SHARE

Το ονομά του είναι, Bond και είναι ο μακροβιότερος και γοητευτικότερος πράκτορας στη μεγάλη οθόνη. Τι και αν φέτος κλείνει (αισίως) τα 55! του χρόνια; Είχε κι εξακολουθεί να έχει τους πιο συναρπαστικούς -κι επικίνδυνους- αντίπαλους, τα ωραιότερα κορίτσια, τα πιο εξελιγμένα αξεσουάρ, τα πιο ποθητά αυτοκίνητα, τα πιο πετυχημένα soundtrack, τα πιο εξελιγμένα gadgets…

Η επιτυχημένη κινηματογραφική σειρά ξεκίνησε το 1962 με την ταινία Dr. No, ο χαρακτήρας όμως του γεννήθηκε το 1953 στο βιβλίο του Ian Fleming, Casino Royale.

Σε ένα διάστημα μεγαλύτερο του μισού αιώνα, 7 διάσημοι ηθοποιοί ενσάρκωσαν τον σε όχι μια, όχι δύο, αλλά 26 (οι 2 ανεπίσημες) παραγωγές: Ξεκινώντας από τον περιβόητο Sean Connery μέχρι τον σκληρό Daniel Craig, οι David NivenGeorge LazenbyRoger MooreTimothy Dalton και Pierce Brosnan μας θύμισαν ότι η ζωή περιέχει πλεκτάνες και αδυσώπητους κακοποιούς που πρέπει να τιμωρηθούν.

Ο Ian Fleming πατέρας του

Το όνομά μου είναι Fleming, Ian Fleming… έτσι θα μπορούσε να συστήνεται ο γνωστός βρετανός συγγραφέας, το πραγματικό alter ego του διασημότατου μυθιστορηματικού του χαρακτήρα, του πράκτορα !

Ήταν το 1967 όταν κυκλοφόρησε η επίσημη βιογραφία του Fleming, κάνοντας όλους να μείνουν με το στόμα ανοιχτό: την ώρα που ο πλανήτης υπέθετε φυσικότατα ότι ο ήταν άλλος ένας μυθιστορηματικός ήρωας, γέννημα της φαντασίας του δημιουργού του, θα μάθαινε με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο την αλήθεια για τις μέρες του Fleming στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες.

Οι οποίες εξάλλου προσπάθησαν να αποτρέψουν τόσο τον βιογράφο όσο και τον βιογραφούμενο από το να εκδώσουν την πραγματική του ιστορία, κάτι που έκανε τον όχι μόνο αληθινό, αλλά και ζωντανό!

Κι αυτό γιατί οι 12 ιστορίες που έγραψε ο Fleming με τον πράκτορα βασίστηκαν -στο μεγαλύτερο μέρος τους τουλάχιστον- στις δικές του εμπειρίες ζωής.

Αποτραβηγμένος στο ησυχαστήριό του στην Τζαμάικα, είχε όλο τον χρόνο να ξεδιπλώσει τον πλούτο του πολυτάραχου βίου του και να τον μετατρέψει σε λογοτεχνικό όχημα για το alter ego του, τον υπερκατάσκοπο του πλανήτη.

 

Ο Ian Fleming (1908-1964), όπως φαίνεται, είχε κοινά στοιχεία με τον ήρωά του. Συγγραφέας, δημοσιογράφος και στέλεχος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών επί Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, χρησιμοποίησε την πλούσια φαντασία του και τις εμπειρίες του από τον χώρο των υπηρεσιών πληροφοριών για να δώσει σάρκα και οστά στον . Ο ίδιος προερχόταν από μία αρκετά εύπορη οικογένεια, με την εκπαίδευσή του να τον φέρνει από το Ιτον και τη στρατιωτική ακαδημία του Σάντχερστ στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και της Γενεύης. Μέχρι και το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η ζωή του χαρακτηρίζεται από θυελλώδεις ρομαντικές περιπέτειες, αποτυχημένες απόπειρες εισόδου στο Foreign Office και δημοσιογραφική δραστηριότητα για το Πρακτορείο Reuters. Τα τέλη του 1933 τον βρήκαν να εισέρχεται στον τραπεζικό/χρηματιστηριακό τομέα.

Από την εποχή που εργαζόταν στο Reuters, ο Fleming είχε κάνει φιλίες στο υπουργείο Εξωτερικών, τις οποίες είχε διατηρήσει. Κι έτσι το 1939, έχοντας ήδη βαρεθεί τα τραπεζικά, ο Fleming θα αναλάβει ένα ρεπορτάζ για τους Times, γεγονός που θα τον φέρει στη Σοβιετική Ένωση στο πλαίσιο μιας εμπορικής αποστολής. Κι όμως, ο Φλέμινγκ ενεργούσε ως κατάσκοπος για το Foreign Office!

Η εφημερίδα Pravda τον κατηγόρησε για κατασκοπεία και ο Fleming αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Η κατηγορία αποδείχθηκε βάσιμη: επιστρέφοντας στην πατρίδα του, ενημέρωσε τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες για τους σοβιετικούς εξοπλισμούς και όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Fleming κρίθηκε απαραίτητο εργαλείο των μυστικών υπηρεσιών του Βασιλικού Ναυτικού.

Αναλαμβάνοντας καθήκοντα προσωπικού βοηθού του ναυάρχου Τζον Γκόντφρεϊ, διευθυντή του Τμήματος Πληροφοριών του Βασιλικού Ναυτικού (NID – Naval Intelligence Division), ο Fleming βρίσκεται στο στοιχείο του. Ο υποπλοίαρχος, πλέον, Fleming περνά τα χρόνια του πολέμου συνεργαζόμενος με τις υπηρεσίες που διεξήγαν για λογαριασμό της Μ. Βρετανίας τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο “από τις σκιές”: Politιcal Warfare Executive, Joint Intelligence Committee, Secret Intelligence Service και το διαβόητο Ministry of Ungentlemanly Warfare: τη Special Operations Executive, από τις τάξεις της οποίας θα μπορούσε κάλλιστα να είχε προέλθει ο James Bond. Επίσης, ο Fleming ενεπλάκη στη συγκρότηση της 30AU (30 Assault Unit), μιας μονάδας πρακτόρων που συμμετείχαν ενεργά σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, συνοδεύοντας τις μάχιμες μονάδες και συλλέγοντας πολύτιμες πληροφορίες.

Ο Fleming συνεργάστηκε ακόμα και με τον Αμερικανό Γουίλιαμ Ντόνοβαν για τη σύσταση και οργάνωση της OSS, προάγγελο της CIA. Για αυτή του τη συνεισφορά, ο Fleming έλαβε δώρο ένα ρεβόλβερ με γραμμένη την αφιέρωση “για ειδικές υπηρεσίες”.

Ήταν στα χρόνια των μυστικών υπηρεσιών λοιπόν όταν διαπίστωσε το ταλέντο του στη γραφή. Ως βοηθός του Γκόντφρεϊ, έγραψε χιλιάδες εκθέσεις και αναφορές, με το ιδιαίτερο στιλ του λόγου του και τις εμπεριστατωμένες αναφορές του να κάνουν τα απόρρητα δημόσια έγγραφα ιδιαίτερα ευχάριστα στην ανάγνωση! Κι έτσι προτού λήξει ο πόλεμος, ο Fleming συλλαμβάνει την ιδέα ενός ήρωα μυθιστορημάτων κατασκοπείας.

Η γέννηση του

Έχοντας ήδη καταλήξει στον ήρωά του, μετά τον πόλεμο ο Fleming θα διατελέσει διευθυντής του τμήματος διεθνών ειδήσεων των Times. Από αυτή τη θέση μπορούσε να συλλέγει και να ελέγχει ανταποκρίσεις από όλο τον κόσμο, εμπλουτίζοντας έτσι τις ούτως ή άλλως βιωματικές του γνώσεις για τον χώρο των κατασκόπων. Έχοντας επισκεφθεί την Τζαμάικα σε μια από τις πολυάριθμες κατασκοπευτικές αποστολές του, ο Fleming ερωτεύτηκε το νησί και υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι κάποτε θα επέστρεφε εκεί. Μετά τον πόλεμο λοιπόν έπεισε τους Times να του παραχωρήσουν μια εξοχική κατοικία στο νησί, ιδιοκτησίας της εφημερίδας, την οποία ο συγγραφέας ονόμασε Goldeneye (τίτλος που θα έδινε αργότερα και σε ένα έργο του!).

Ήταν 44 χρονών όταν άρχισε να γράφει το πρώτο βιβλίο με τον δημοφιλή ήρωά του, το Casino Royale, στο εν λόγω εξοχικό στην Τζαμάικα το 1952, την ώρα μάλιστα που προετοίμαζε άρον-άρον τον γάμο του με την Anne Rothermere, καθώς η σύζυγός του ήταν έγκυος στον μοναχογιό του. Κι έτσι ο James Bond εμφανίζεται για πρώτη φορά στη δημοσιότητα το 1953.

Παρά το γεγονός ότι το βιβλίο έγινε δεκτό με συγκρατημένο ενθουσιασμό, δεν θα έπαιρνε πολύ στον πλανήτη να κολλήσει με τις υπέροχες ιστορίες του Fleming: το Live and Let Die κυκλοφόρησε στην Αγγλία το 1954, ακολουθούμενο στα γρήγορα από το Moonraker και το Diamonds Are Forever. Οι αναγνώστες έψαχναν πια τις νέες ιστορίες του Fleming, μαγεμένοι από τα γρήγορα αυτοκίνητα, τις ωραίες γυναίκες και την κατασκοπική ίντριγκα φυσικά. Σύμφωνα μάλιστα με τις ομολογίες τους, τόσο ο αμερικανός πρόεδρος John F. Kennedy όσο και ο πρίγκιπας Φίλιππος της Αγγλίας ήταν φανατικοί αναγνώστες του!

Στις τζεϊμσμποντικές συγγραφικές μέρες του Fleming, η πένα του απέδωσε 12 μυθιστορήματα αλλά και μπόλικα διηγήματα με ήρωα τον πράκτορα με την άδεια να σκοτώνει. Και βέβαια το 1962 θα του ζητούσαν την άδεια να μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη τον κατάσκοπο, με τον Dr. No να δίνει μορφή στον λογοτεχνικό ήρωα, αυτή του Sean Connery. Με τη βοήθεια του παραγωγού Albert (Cubby) Broccoli, η δημιουργία του Fleming θα γινόταν παγκόσμια σταθερά του κινηματογράφου και ένα από τα μακροβιότερα κινηματογραφικά franchises όλων των εποχών!

Sean Connery: 1962–71, 1983

Επρόκειτο περί αποκάλυψης που ήρθε στο πρόσωπο του Sean Connery. Ο μεγάλος δημιουργός Ian Fleming, αρχικά προέβαλε πολλές αμφιβολίες για τον Connery δηλώνοντας πως: «Δεν ήταν αυτό που οραματίστηκα για την εμφάνιση του James Bond. Έψαχνα για τον μέγα διοικητή Bond και όχι για ένα κασκαντέρ», προσθέτοντας ότι ήταν ακατάλληλος για το ρόλο (μυώδης, υπέρ του δέοντος ψηλός και Σκωτσέζος) και πιθανώς να μη διέθετε τα ανάλογα σεξουαλικά χαρίσματα. Παρόλα αυτά, ο Fleming άλλαξε γνώμη μετά την επιτυχή πρεμιέρα του Dr. No. Ήταν τόσο εντυπωσιασμένος από το τελικό αποτέλεσμα, που δημιούργησε έναν μισό-Σκωτσέζο, μισό-Ελβετό χαρακτήρα Bond στα μεταγενέστερα μυθιστορήματά του. Και οι επτά ταινίες ήταν εμπορικά επιτυχημένες και ο James Bond του Connery, επιλέχθηκε ως ο τρίτος δημοφιλέστερος ήρωας στην ιστορία του κινηματογράφου από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου.

Dr. No, 1962

Η απόδοση ενός απο τα μυθιστορήματα του Ian Fleming στην οθόνη είχε αστυνομική πλοκή και απείχε πολύ απο τα “θορυβώδη” sequels με τα ακριβά σκηνικά και τα ειδικά εφέ.

Τα ξέφρενα σενάρια οικουμενικής καταστροφής και οι εξεζητημένοι κακοί δεν έχουν κάνει ακόμη την εμφάνισή τους, η αφήγηση παραμένει απλή και άμεση-καμιά σχέση με τις λαβυρινθώδεις πλοκές που έμελλε να ακολουθήσουν, λεπτομέρειες όπως το αξέχαστο μουσικό μοτίβο του 007, το εναρκτήριο τραγούδι τίτλων και τα εντυπωσιακά ζενερίκ της αρχής αποτελούν ακόμη λέξεις άγνωστες, το ειρωνικό στοιχείο και το χιούμορ βρίσκονται προς το παρόν σε πρώιμη μορφή, οι τεχνολογικές καινοτομίες και τα ευφάνταστα γκάτζετς παραμένουν άφαντα, η δράση δεν έχει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα αλλά περιορίζεται σε ένα χώρο.

Υπάρχει όμως η Miss Moneypenny και ο Μ, τα βότκα μαρτίνι, ο τζόγος, η αδυναμία στις όμορφες γυναίκες, τα ατσαλάκωτα σμόκιν, ένα αξέχαστο Bond girl με τα χαρακτηριστικά της Ursula Andress (αξέχαστη η πρώτη εμφάνισή της με λευκό μπικίνι) και πάνω απ’ όλα ένας γοητευτικός και αδίστακτος πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών που βρίσκεται στο κατόπι ενός επικίνδυνου κακοποιού γερμανοκινεζικής καταγωγής (Τζόζεφ Γουάιζμαν), ο οποίος προετοιμάζει στο εξωτικό νησιώτικο κρησφύγετό του την κατάκτηση του κόσμου.

Προσγειωμένο στα απολύτως απαραίτητα, με μια b-movie αμεσότητα και απλότητα που το κάνουν να βλέπεται ευχάριστα μέχρι σήμερα και με ένα πρωταγωνιστή ο οποίος μοιάζει να γεννήθηκε για να ενσαρκώσει τον ρόλο του Bond, το Dr. No θα μοιάζει πιθανόν με πρωτόλειο στα μάτια όσων θεατών μεγάλωσαν με τις υπερπαραγωγές που συνόδεψαν τα πιο κατοπινά χρόνια του Bond. Από εδώ όμως ξεκίνησαν τα πάντα.

From Russia With Love, 1963

Ο Ian Fleming θα έπρεπε να είναι περήφανος βλέποντας πόσο δεξιοτεχνικά χειρίστηκε το μυθιστορηματικό υλικό του ο σκηνοθέτης της ταινίας, Terence Young. Με μια σφιχτοδεμένη ίντριγκα, αξέχαστες φιγούρες κακού όπως η Lotte Lenya (σύζυγος του Κουρτ Βάιλ στη ζωή) και ο Robert Shaw-υπηρέτες και οι δυο της εγκληματικής οργάνωσης Spectre, προσεγμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες, καλογραμμένο σενάριο και μαεστρικές σεκάνς δράσης, το πιο φειδωλό σε εύκολες εντυπώσεις φιλμ της σειράς αποτελεί παρ’ όλα αυτά ένα μάθημα οικονομίας, εγκράτειας και ατμόσφαιρας.

Ακόμη περαιτέρω διατηρεί το αυθεντικό κλίμα κατασκοπείας των σελίδων του Fleming, αποτελεί μια έξοχη ψυχαγωγική περιπέτεια, φανερώνει μέτρο και εξυπνάδα, είναι εξοπλισμένο με ίντριγκα και σασπένς και συνοψίζει ιδανικά στο πρόσωπο του Sean Connery το μοντέλο ενός κυνικού, ριψοκίνδυνου και απαράμιλλα γοητευτικού ήρωα.

Ο John Barry κάνει την εναρκτήρια εμφάνισή στην καρέκλα του μουσικοσυνθέτη, το θρυλικό μοτίβο του Bond ακούγεται για πρώτη φορά στους τίτλους αρχής, ο Desmond Llewelyn αναλαμβάνει καθήκοντα ως Q και γίνεται ένας από τους πιο διαχρονικά προσφιλείς δεύτερους χαρακτήρες της σειράς και ο Fleming δίνει τις ευχές του στον πρωταγωνιστή και τους δημιουργούς του φιλμ, δηλώνοντας απολύτως ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα.

Goldfinger, 1964

Η γρήγορη δράση και οι δυναμικές μάχες έκαναν το Golgfinger κλασσικό φίλμ Bond, ενα μέτρο σύγκρισης για όλα τα υπόλοιπα.

Η αστραφτερή Aston Martin.
Η γυναίκα με το όνομα Pussy Galore.
Ενα γυμνό θηλυκό κορμί βουτηγμένο σε χρυσάφι.
Ο Gert Fröbe ως θανατηφόρα cool αντίπαλος.
Ο απαράμιλλος συνδυασμός κοσμοπολίτικης περιπέτειας, κατασκοπικής δράσης και πνευματώδους σεναρίου.
Ο Sean Connery πιο ακαταμάχητος Bond από ποτέ.
Η Shirley Bassey και η λουσάτη φωνή της στο τραγούδι τίτλων.
Το χιούμορ που γίνεται απαραίτητη προσθήκη σε ένα κινηματογραφικό κοκτέιλ που σερβίρεται πάντοτε shaken, not stirred…

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να μνημονεύει κανείς αυτή την ταινία και πάμπολλες αξέχαστες σκηνές πάνω στις οποίες στήριξε ο Χρυσοδάκτυλος την διαχρονική του γοητεία. Μπορεί στα μάτια πολλών σημερινών θεατών να μοιάζει ίσως ξεπερασμένος, κυρίως σε επίπεδο θεάματος και τεχνολογικών εντυπωσιασμών. Όπως η έξοχη μηχανή στα ατσάλινα σπλάχνα της σπινταριστής Αστον Μάρτιν που οδηγεί ο ήρωας, ωστόσο, έτσι και ο σκελετός της ταινίας στηρίζεται πάνω σε έναν αλάνθαστο μηχανισμό ψυχαγωγίας.

Με όλα του τα συστατικά στην σωστή θέση και στις πιο επιθυμητές δόσεις, ο Χρυσοδάκτυλος εισάγει στη σειρά έναν παράγοντα γρήγορων και έντονων συγκινήσεων και δίνει στη μυθολογία μερικές βασικές θεματικές και στυλιστικές κατευθυντήριες οι οποίες έμελλε να αποτελέσουν σημείο αναφοράς και μοντέλο μίμησης για κάθε επόμενο φιλμ.

Thunderball, 1965

Με την καλογυρισμένη δημιουργία του Terence Young (Dr. No, From Russia with Love) οι ταινίες Bond άρχισαν να βαδίζουν εμφανέστατα σε ένα διαφορετικό μονοπάτι, εγκαταλείποντας σταδιακά το αρχικό λογοτεχνικό πνεύμα στο οποίο βασίστηκαν και δίνοντας έμφαση λιγότερο στην πλοκή και περισσότερο σε μια εντυπωσιακή επίδειξη εφέ, περίτεχνων σκηνών δράσης, απίθανης κασκάντας, τζετ σετ τοποθεσιών και άφθονης παρωδίας.

Ακόμα κι έτσι όμως, το Επιχείρηση Κεραυνός μοιάζει με μια καλολαδωμένη μηχανή ψυχαγωγίας, φέρνοντας τον Βρετανό πράκτορα αντιμέτωπο για δεύτερη φορά με την πανίσχυρη οργάνωση Spectre και τα σταθερά απρόβλεπτα σχέδιά της για κοσμική κατάκτηση, όπως εκπροσωπείται εδώ από τον Adolfo Celi -μια από τις πιο δίκαια λησμονημένες περιπτώσεις κακού της σειράς.

Η ταινία εισάγει επιπλέον τη μετέπειτα ιδιαίτερα προσφιλή φόρμουλα των τριών διαφορετικών Bond girls ανά φιλμ: της θαρραλέας συμμάχου που δεν ζει δυστυχώς για να δει τους τίτλους τέλους (Martine Beswick), της απόλυτης κακιάς (Luciana Paluzzi) και της γυναίκας που καταλήγει να γίνει εκλεκτή της καρδιάς του ήρωα (και να ζήσει!), για όσο διαρκεί φυσικά η ταινία (klodin ože).

You Only Live Twice, 1967

Δεδομένου ότι στην ίδια ταινία μπορεί κανείς να δει τον Bond να δολοφονείται και συνεπακόλουθα να κηδεύεται (με τιμές πλωτάρχη), αργότερα να ανασταίνεται, να επαναπατρίζεται (διόλου πετυχημένα) σε Ιάπωνα και να παντρεύεται σε παραδοσιακό γάμο για τις ανάγκες μιας αποστολής ενάντια στα σχέδια της σατανικής οργάνωσης Spectre , τότε το Ζεις Μονάχα Δυο Φορές θα έπρεπε να αποτελεί κομμάτι ανθολογίας στην ιστορία της σειράς.

Ένας υπέροχος, αρχετυπικός “κακός”, ο Ερνστ Σταύρο Μπλόφελντ του  Donald Pleasence , κλέβει την παράσταση απο τον ίδιο τον Bond στο πρώτο ταξίδι του 007 στην Άπω Ανατολή. Το φίλμ έκανε μεγάλη “κοιλιά” στο δεύτερο μισό του, οπότε και η δράση θα έπρεπε να είναι καθηλωτική. Κανένα μυστήριο: απο τα γυρίσματα ήταν γνωστό πως ο Connery θα άφηνε τον ρόλο του 007 μετά την ταινία και ήταν πόσο άκεφος ήταν.

Diamonds are Forever, 1971

Μετά από επίμονα παρακάλια των παραγωγών και μια αστρονομική (όσο και ανήκουστη για την εποχή) αμοιβή στην τσέπη του, ο Sean Connery δέχτηκε να επιστρέψει και να φορέσει για ύστατη (όπως πίστευε τότε) φορά το κοστούμι του δημοφιλούς πράκτορα, ενώ είχε διαβεβαιώσει νωρίτερα τους πάντες για το αντίθετο.

Δυστυχώς η τελευταία εμφάνισή του σε επίσημη δημιουργία της σειράς συνέπεσε με το χειρότερο από τα πέντε φιλμ που γύρισε. Κουρασμένος και υπέρβαρος, σύρθηκε πίσω στην αλυσίδα των ταινιών για να παίξει εντελώς αδιάφορα (και για τελευταία φορά) τον 007. Εδώ ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος για άλλη μια φορά με τον μακροχρόνιο αντίπαλό του, Έρνστ Σταύρο Μπλόφελντ (εδώ τον ενσαρκώνει με ένα μόνιμο μειδίαμα στο πρόσωπο ο Τσαρλς Γκρέι), και με μια πλοκή που μοιάζει να ανήκει περισσότερο σε δευτεροκλασάτη περιπέτεια, παρά σε αυθεντικό φιλμ κατασκοπείας.

Την παράσταση κλέβουν, πάντως, ο κύριος Γουίντ (Μπρους Γκλόβερ) και ο κύριος Κιντ (Πάτερ Σμιθ), οι δυο ομοφυλόφιλοι εκτελεστές με τις φονικές μεθόδους και τις εξίσου θανατηφόρες ατάκες, οι οποίοι είναι κρίμα που δεν καταλαμβάνουν περισσότερο χρόνο στο φιλμ, αφού αποτελούν μάλλον το καλύτερο πράγμα μέσα σε αυτό.

Όσο για την Jill St. John που επιλέχθηκε ως αισθηματική σύντροφος του ήρωα, η ετυμηγορία των θαυμαστών της σειράς Bond υπήρξε πάντα και εξακολουθεί να παραμένει αυστηρή απέναντί της. Πόσω μάλλον όταν πληροφορείται κανείς ότι για τον ρόλο της είχαν αρχικά ληφθεί υπ’ όψη τα ονόματα των Raquel Welch, Jane Fonda και Faye Dunaway.

Never Say Never Again, 1983

Ερωτηθείς από τους παραγωγούς της σειράς Bond αν επρόκειτο να επιστρέψει στον ρόλο που τον έκανε διάσημο, λίγο αφότου ολοκλήρωσε με χίλια παρακάλια τα Διαμάντια Είναι Παντοτινά το 1971, ο Sean Connery απάντησε με ένα ηχηρό “ποτέ ξανά“. Δώδεκα χρόνια μετά, ένας παλληκαρίσιος 53χρονος δίνει μια ακόμη ευκαιρία (την απολύτως τελευταία) στον 007 και ταξιδεύει μέχρι τις Μπαχάμες για χάρη του.

Εκεί προσπαθεί να σταθεί εμπόδιο στα επεκτατικά σχέδια ενός παρανοϊκού Λάργκο (Klaus Maria Brandauer), φονικού εργαλείου της οργάνωσης Spectre που έχει απασχολήσει την πλοκή πολυάριθμων σεναρίων Bond, να ερωτοτροπήσει με ένα από τα πιο όμορφα κορίτσια που ο Βρετανός πράκτορας γνώρισε στις περιπέτειές του (Kim Basinger) και να αναμετρηθεί μέχρι θανάτου με ένα από τα πιο αιμοβόρικα και ακραία θηλυκά που βρέθηκαν ποτέ στο διάβα του (μια απολαυστικά over the top Barbara Carrera).

Διασκευή σε μεγάλο βαθμό της πλοκής του Επιχείρηση Κεραυνός (1965), χωρίς όμως τις ευχές και την ανάμειξη των επίσημων παραγωγών της σειράς (έτσι εξηγείται και το γιατί η ταινία συνήθως παραλείπεται από τα σχετικά αφιερώματα στις φιλμικές εξορμήσεις του πράκτορα), το Ποτέ μην Ξαναπείς Ποτέ είναι μια πρόσκαιρη ανακούφιση από τον hi-tech πονοκέφαλο πολλών προηγούμενων δημιουργιών Bond.

Περιέχει επίσης τον (με διαφορά) καλύτερο κακό που εμφανίστηκε ποτέ στα 50 χρόνια του κινηματογραφικού θεσμού, έναν αξέχαστο Μπραντάουερ ο οποίος προσεγγίζει τον ψυχοπαθή χαρακτήρα που κλήθηκε να υποδυθεί δίχως κανένα ίχνος θεατρινισμού ή υπερβολής, επικαλούμενος αντιθέτως μια ήρεμα απειλητική διάθεση.

Δυστυχώς, όμως, το φιλμ προδίδεται από ένα πενιχρό σενάριο και από μια φτηνή παραγωγή που δίνει σε σημεία την εντύπωση ότι αυτό που παρακολουθείς είναι ένας φτωχός συγγενής των ταινιών Bond.

David Niven: Casino Royale 1967

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Αμερικανός παραγωγός Charles K. Feldman απέκτησε τα δικαιώματα για την ταινία Casino Royale. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να συμπεριληφθεί η ταινία ως μέρος της επίσημης σειράς ταινιών του Bond, που ξεκίνησε ο Connery, αποφάσισε να το μετατρέψει σε τον James Bond σε μια παρωδία.

Η ταινία ξεκινάει με τον David Niven να υποδύεται τον συνταξιούχο 007. Ο Μ τον ικετεύει να να έρθει πίσω και να δουλέψει και όταν ο Bond αρνείται, το αρχοντικό του άμεσα ανατινάζεται! Ο Μ σκοτώνεται στην έκρηξη και Bond αναλαμβάνει τη θέση του, καταστρώνοντας ένα παμπόνηρο σχέδιο. Αποφασίζει να μετονομάσει όλους τους πράκτορες σε James Bond για να μπερδέψουν τον εχθρό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παίξουν τελικά τον Bond εκτός από τον David Niven, οι: Terence CooperWoody AllenJoanna PettetDaliah Lavi, Peter Sellers και Ursula Andress…!!!

George Lazenby: On Her Majesty’s Secret Service, 1969

Η πρώτη και μοναδική εμφάνιση του αυστραλέζικης καταγωγής George Lazenby ως Bond, αμέσως μετά την ανακοίνωση του Σον Κόνερι ότι εγκαταλείπει οριστικά τον ρόλο, είχε την τύχη να συμπέσει με την εναρκτήρια σκηνοθετική δουλειά του Peter Hunt, πρώην μοντέρ της σειράς, ο οποίος εισήγαγε ενδιαφέρουσες στυλιστικές καινοτομίες (δράση σε αργή κίνηση, φλας μπακ) και έναν ευπρόσδεκτο ρεαλισμό.

Και παρ’ όλο που ο παντελώς άχρωμος και αρτηριοσκληρωτικός Lazenby στέκει διαχρονικά ως η πιο αποτυχημένη επιλογή ηθοποιού για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, εδώ βρισκόμαστε σε μια από τις ωραιότερες ταινίες όλης της σειράς.

Το σενάριο ακολουθεί πιστότερο από ποτέ το μυθιστορηματικό υλικό του Ίαν Φλέμινγκ, τα εφέ μετριάζονται εμπρός σε ένα προσεκτικό χτίσιμο των χαρακτήρων και της πλοκής, ο Μποντ απεκδύεται τις ικανότητες υπερήρωα και αποκτά ανθρώπινη και τρωτή υπόσταση, ο Telly Savalas προσθέτει άλλη μια αξιομνημόνευτη ενσάρκωση του σατανικού Μπλόφελντ και η αρχοντική Diana Ring είναι μάλλον το καλύτερο κορίτσι που έχει συνοδέψει ποτέ τον πράκτορα στις κινηματογραφικές περιπέτειές του.

Το αδιαφιλονίκητο δέλεαρ της ταινίας, όμως, βρίσκεται μάλλον στο θαρραλέο της φινάλε. Εκεί όπου η τυπική πρακτορική περιπέτεια συναντά έναν γνήσια τραγικό και απελπισμένο επίλογο, το Κακό θριαμβεύει για πρώτη (και τελευταία) φορά σε ταινία Μποντ και ο Louis Amstrong είναι αδύνατο να σε αφήσει ασυγκίνητο, ερμηνεύοντας ένα από τα δυο-τρία ομορφότερα κομμάτια της σειράς.

Roger Moore: 1973–1985

Λόγω των εμφανίσεών του σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές -κάποιες από αυτές μακροχρόνιες- ο Roger Moore δεν ήταν διαθέσιμος για το ρόλο του James Bond για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρά το γεγονός ότι, το 1964, έκανε μια guest εμφάνιση ως James Bond στην κωμική σειρά Mainly Millicent, ο Moore αναφέρει στην αυτοβιογραφία του My Word is My Bond (2008), ότι κανένας δεν τον προσέγγισε για να παίξει στο Dr. No, ούτε ότι θα μπορούσε ποτέ να επιλεγεί ο ίδιος. Ήταν λίγο μετά από τις δηλώσεις του Sean Connery το 1966, ότι δεν θα παίξει τον Bond ξανά, όταν ο Moore αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να είναι υποψήφιος για το ρόλο. Ωστόσο, μετά την εκδίωξη του George Lazenby (1969) από την ταινία On Her Majesty’s Secret Service και την εκ νέου συμμετοχή του Connery στο Diamonds Are Forever (1971), ο Moore θα είχε παραιτηθεί δια παντός, μέχρι τον Αύγουστο του 1972, όπου ο παραγωγός Albert Broccoli του προσφέρει τον πολυπόθητο ρόλο, με την προϋπόθεση να κόψει τα μαλλιά του και να χάσει βάρος…!

Ο Bond-Μoore ήταν πολύ διαφορετικός από την αρχική ιδέα του Ian Fleming. Διάφοροι σεναριογράφοι όπως ο George MacDonald Fraser έδιναν σενάρια στα οποία ο Moore παρουσιαζόταν ως ένας έμπειρος, ευγενικός playboy που θα έχει πάντα διαθέσιμο ένα έξυπνο τέχνασμα ή πολύτιμο gadget όταν το χρειαζόταν. Ο χαρακτήρας αυτός σχεδιάστηκε για να συμβαδίζει με τη γεύση και τις ανάγκες της δεκαετίας του 1970. Ο Moore επίσης έδωσε στο πρόσωπο του Bond μια ασυναγώνιστη αίσθηση του χιούμορ, πνευματώδεις ετοιμόλογες απαντήσεις και το χαρακτήρα ενός σοβαρού ντετέκτιβ με πονηρό μυαλό…

Ο Moore είναι ο μακροβιότερος James Bond, με12 χρόνια προϋπηρεσία (από το ντεμπούτο του το 1973, με την αποχώρησή του το 1985), έχοντας κάνει επτά ταινίες. Ο Moore έπαιξε στο Live and Let Die (1973), The Man with the Golden Gun (1974), The Spy Who Loved Me(1977), Moonraker (1979), For Your Eyes Only (1981), Octopussy (1983) και στο A View to a Kill(1985).Το 2004, ψηφίστηκε ως ο καλύτερος Bond σε μια δημοσκόπηση ενόψει των Βραβείων Όσκαρ!

Live and Let Die, 1973

Ηταν δύσκολο για τον 45χρονο τότε Roger Moore, το μεγαλύτερο σε ηλικία ηθοποιό που υποδύθηκε ποτέ του James Bond, να πείσει τους θαυμαστές του Sean Connery ότι αποτελούσε ιδανικό διάδοχό του. Ήταν ακόμη πιο δύσκολο να τα καταφέρει όταν για παρθενικό ντεμπούτο του οι παραγωγοί διάλεξαν έναν αχταρμά blaxploitation επιρροών, αστυνομικής περιπέτειας του συρμού και seventies κιτς που δεν έχει γεράσει καθόλου όμορφα στην οθόνη.

Χωρίς τους εθιμοτυπικούς ρώσους αντιπάλους ή κάποια απειλή κοσμικής σύρραξης από εκείνες που σκαρφίζονταν κατά κόρρον οι σεναριακές πένες της σειράς, αλλά με έναν ανελέητο έμπορο ηρωίνης (Yaphet Kotto) να αναλαμβάνει χρέη κακού, η όγδοη ταινία Bond μοιάζει με ψάρι έξω από το νερό.

Ο Moore κάνει φιλότιμες προσπάθειες να καλύψει επαρκώς το δυσαναπλήρωτο κενό που άφησε πίσω του ο Connery, θα χρειαστεί να περιμένει για δυο ακόμη ταινίες μέχρι να το πετύχει όμως, η (πρωτοεμφανιζόμενη τότε) Jane Seymour είναι πολύ γοητευτική στον ρόλο της μελαγχολικής ταρό χαρτορίχτρας Σολιταίρ και η Gloria Hentry γίνεται η πρώτη έγχρωμη ερωμένη του ήρωα (σε μια σκηνή που κόπηκε κατά την προβολή του φιλμ στη Νότια Αφρική).

Η ταινία σκοντάφτει παρ’ όλα αυτά επάνω σε άνευρες περιπετειώδεις σεκάνς, ανυπόφορα κωμικά ευρήματα (όπως είναι για παράδειγμα ο ανόητος σερίφης Πέπερ) και την αίσθηση ότι προσπαθεί απεγνωσμένα να προσαρμόσει τον ρετρό χαρακτήρα της στις απαιτήσεις ενός μοντέρνου κοινού. Ένα στοίχημα το οποίο, δυστυχώς, χάνει.

The Man With the Golden Gun, 1974

Σε μια από τις κατά γενική ομολογία υποδεέστερες (και λιγότερο εμπορικές) ταινίες της σειράς, ο Βρετανός υπερπράκτορας μπαίνει στο στόχαστρο του πιο ακριβοπληρωμένου εκτελεστή στον κόσμο, ενός τζέντλεμαν κακοποιού ονόματι Scaramanga ο οποίος έχει ανάγει τον φόνο σε ύψιστο σπορ και προσελκύει τον ήρωα στο εξωτικό καταφύγιό του για μια αναμέτρηση μέχρις εσχάτων.

Η πλοκή είναι υποτυπώδης, η δράση πιο νωθρή από ποτέ, ο Roger Moore (στην δεύτερη μόλις εμφάνισή του ως Bond) δεν έχει εφεύρει ακόμη τον συνδυασμό στιβαρότητας και σπιρτάδας που θα του κερδίσει μελλοντικά επιπλέον θαυμαστές, η Brit Ekland περνάει και δεν ακουμπάει ως ερωτικό διάλειμμα στις περιπετειώδεις εξορμήσεις του ήρωα, τα φινάλε της μονομαχίας μεταξύ των δύο αντρών δεν λέει να τελειώσει ποτέ και η μόνη παρηγοριά σε αυτό το πλήρες φιάσκο είναι ο Christofer Lee στον ρόλο του Scaramanga.

The Spy Who Loved Me, 1977

Για πρώτη φορά μετά από δυο ταινίες, ο Roger Moore αποκτά επιτέλους την επιθυμητή άνεση με τον ρόλο, αυτή που τον απομακρύνει από το μοντέλο που είχε επιβάλλει ο Sean Connery, επιτρέποντάς του να παίξει με την περσόνα του James Bond και να την επανεφεύρει με έναν πιο ανάλαφρο, αυτοσαρκαστικό και ταυτόχρονα ελκυστικό τρόπο.

Τον βοηθά οπωσδήποτε το υλικό με το οποίο δουλεύει εδώ: ένα παιχνιδιάρικο και ευφάνταστο φιλμ με κόμικ λογική και με βάση του ένα απολαυστικό σενάριο το οποίο βάζει τον ήρωά μας να συμμαχήσει με μια ρωσίδα πράκτορα, η οποία μέχρι πρότινος ήταν ορκισμένη εχθρός του (η Barbara Bach-ένα από τα ωραιότερα και πιο μεστά θηλυκά αντισταθμίσματα στον Bond).

Μαζί θα αναχαιτίσουν τα σχέδια ενός ακόμη μεγαλομανούς κακοποιού (ένας εγκρατής Κουρτ Γιούργκενς), θα προσπαθήσουν να σωθούν από τις φονικές δαγκωματιές του θηριώδους Σαγόνια (Ρίτσαρντ Κιλ) και θα εμπλακούν σε ένα στόρι που ταιριάζει τον ρομαντισμό, την δράση και το χιούμορ με τρόπο ακαταμάχητο.

Όχι απλώς η καλύτερη ταινία Bond από ολόκληρη την περίοδο Moore, αλλά και μια από τις κορυφαίες της σειράς (σκηνή ανθολογίας, αλλά χοντρής υπερβολής, η Lotus που γίνεται υποβρύχιο!), η Κατάσκοπος που μ’ Αγάπησε επρόκειτο αρχικά να σκηνοθετηθεί από τον Steven Spilberg, κάτι που πιθανόν να είχε συμβεί αν ο νεαρός τότε δημιουργός δεν ήταν απασχολημένος με το να ολοκληρώνει τα Σαγόνια του Καρχαρία.

Moonraker, 1979

Η ξέφρενη μόδα διαγαλαξιακών περιπετειών την οποία είχε ξεκινήσει δυο χρόνια πριν η επιτυχία του Πολέμου των Άστρων έπεισε τους παραγωγούς της σειράς να στείλουν τον James Bond στο διάστημα, αφού προηγουμένως του αναθέσουν την στενή παρακολούθηση ενός σαλεμένου πολυεκατομμυριούχου με έτοιμο σχέδιο γενοκτονίας του πλανήτη (ένας θανάσιμος μπον βιβέρ με τα χαρακτηριστικά του Μάικλ Λονσντέιλ).

Μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία μέχρι στιγμής στα χρονικά της κινηματογραφικής σειράς Bond, συγκριτικά με το ποσό που στοίχισε, το Moonraker είναι καθαρόαιμο pulp, διασκεδαστικό με έναν παιδιάστικο τρόπο και διαρκώς σε κίνδυνο να καταποντιστεί κάτω από τα πολυάριθμα τεχνολογικά γκάτζετ που επιδεικνύει. Συμπαθητική αν και κάπως ψυχρή καλλονή η Λόις Τσάιλς ως ρομαντική παρτενέρ του Moore, ανέλπιστος σύμμαχος στο πλευρό του James Bond ο φοβερός και τρομερός Σαγόνιας (Ρίτσαρντ Κιλ), ένας από τους πιο ακατανίκητους αντιπάλους του πράκτορα, στη σημαντικότερη σεναριακή ανατροπή όλης της ταινίας.

For Your Eyes Only, 1981

Οι μοναχοί των Μετεώρων έκαναν ό,τι μπορούσαν προκειμένου να εμποδίσουν τα γυρίσματα και να αποτρέψουν τον ερχομό του James Bond στην Ελλάδα. Ευτυχώς απέτυχαν, γιατί η μόνη περιπέτεια που έπεισε ποτέ τον Βρετανό κατάσκοπο να βγάλει εισιτήριο για τα μέρη μας παραμένει και μια από τις πιο αξιομνημόνευτες (αν και σταθερά υποτιμημένες).

Αφού υποβάλλει τα σέβη του στον τάφο της αδικοχαμένης του συζύγου και ξεφορτώνεται οριστικά τον μακροχρόνο αντίπαλό του, Μπλόφελντ, στον καθιερωμένο πρόλογο, ο Bond καλείται να αποτρέψει την κλοπή ενός πυραυλικού συστήματος που επιτρέπει στον κάτοχό του να ελέγχει την υποβρύχια πυρηνική δύναμη της Αγγλίας, γνωρίζει την γαλανομάτα Μελίνα (Carol Bouquet), που ζητά εκδίκηση για τον χαμό των γονιών της, και κινδυνεύει από τα χέρια του Χρηστάτου (ένας απλά επαρκής Julian Glover) και των αντρών του.

Ο (πρώην μοντέρ) John Glen αναλαμβάνει για πρώτη φορά τα σκηνοθετικά ηνία και βγάζει ασπροπρόσωπο με τους ρυθμούς και την αφηγηματική σταθερότητα ένα πληθωρικό φιλμ που κατόρθωνε να προσγειώσει την μυθολογία του Bond από τις καρτούν εξάρσεις και το τεχνολογικό ντελίριο του Moonraker στις παλιές καλές μέρες της καθαρής κατασκοπείας.

Octopussy, 1983

Η μεταμφίεση του Bond σε κλόουν! Δείχνει επακριβώς πόσο κακή ιδέα ήταν το Octopussy. Η πλοκή, όπου οι κακοί σχεδιάζουν να καταστρέψουν το κόσμο, είναι ξαναζεσταμένο φαγητό, το οποίο η σειρά έχει σερβίρει στο παρελθόν πολύ, πολύ καλύτερα. Ο Moore επρόκειτο να αφήσει την σειρά πρίν απο αυτό το φίλμ, αλλά πείστηκε να μείνει γιατί το 1983 κυκλοφορούσε το (εκτός σειράς) Never say never Again.

A View to a Kill, 1985

Τα πολλά καλά και τα ακόμη περισσότερα κακά στοιχεία του (τελευταίου, για τον Moore) Bond συνέθεσαν μία άνιση περιπέτεια. Τα highlight είναι… μόνο δύο! Ο πέραν πάσης αμφιβολίας, καλύτερος villain στήν ιστορία των κινηματογραφικών Bond: ο Christopher Walken (ο μόνος τιμημένος με Oscar που υποδύθηκε “κακό” σε φίλμ της σειράς), κλέβει παντού και πάντα την παράσταση. Και φυσικά το τραγούδι των τίτλων που ερμηνευουν οι Duran Duran.

 

Timothy Dalton 1987-1989

Σε αντίθεση με τον Moore, ο οποίος παρουσίασε τον Bond περισσότερο ως έναν ανάλαφρο playboy, η απεικόνιση του Dalton ήταν πιο σκοτεινή και σοβαρή. Ο ίδιος δήλωσε για τον προκάτοχό του, το 1989:

«Νομίζω ότι Roger ήταν μια χαρά ως Bond, αλλά οι ταινίες του είχαν χάσει την ουσία της ιστορίας. Θέλω να πω, κάθε ταινία του είχε έναν κακοποιό, ο οποίος έπρεπε κατά κανόνα είτε να κυριεύσει ή να καταστρέψει τον κόσμο. Αν θέλετε να πιστεύετε στη φαντασία της μεγάλης οθόνης, τότε θα πρέπει να πιστέψετε και στους χαρακτήρες της και να τους χρησιμοποιείτε ως ακρογωνιαίο λίθο που θα ανοίξει το δρόμο για αυτή τη φαντασία… »

Ο Dalton ήταν αποφασισμένος να προσεγγίσει εκ βαθέων το ρόλο και να τον αναδείξει ως πιο αληθινό, σύμφωνα με τον αρχικό χαρακτήρα του Ian Fleming. Ως εκ τούτου, ως 007 ήταν απρόθυμος κάποιες φορές να αναλάβει μια υπόθεση, γεγονός που φαίνεται και στη μεγάλη οθόνη, παίρνοντας τα σκήπτρα από τον George Lazenby.

Η προσέγγιση αυτή αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι, καθώς κριτικοί κινηματογράφου και οι φανατικοί οπαδοί των αρχικών μυθιστορημάτων καλωσόρισαν την πιο σοβαρή ερμηνεία του Dalton. Ωστόσο οι ταινίες του επικρίθηκαν επίσης για την παντελή έλλειψη χιούμορ, χωρίς όμως να ενοχλείται ιδιαίτερα η παραγωγή. Πρέπει στο τέλος να σημειωθεί πως η «σοβαρή ερμηνεία» α λα Dalton δεν ήταν μόνο για να απεικονίσει τον χαρακτήρα, αλλά επίσης και για να εκτελέσει ως κασκαντέρ ο ίδιος!

The Living Daylights, 1987

Ο Roger Moore λοιπόν φεύγει, ο Timothy Dalton έρχεται. Και μαζί του κουβαλάει έναν James Bond μονογαμικό, προσαρμοσμένο στις συντηρητικές προσταγές της AIDS εποχής, ο οποίος δεν έχει χρόνο για πολλά ερωτοτροπήματα στην προσπάθειά του να σταματήσει τα εγκληματικά πλάνα έναν αποστάτη στρατηγού της KGB.

Οσο ανεπαρκής κι αν αποδεικνύεται για τον ρόλο ο ικανότατος ηθοποιός (είναι υπερβολικά «κουμπωμένος»), άλλο τόσο σαμποτάρεται στην πρώτη εμφάνισή του από τους αδιάφορους κακούς που τον πλαισιώνουν (Τζέροεν Κράμπε και Τζο Ντον Μπέικερ, τους θυμάται κανείς;) και τη σχεδόν ανέραστη Μάριαμ Ντ’ Αμπό σε ρόλο μυγιάγγιχτης τσελίστριας.

Πάλι καλά που στην ταινία συναντά κανείς μερικές από τις πιο συναρπαστικές σκηνές δράσεις (ξεκινώντας από την ιλιγγιώδη καταδίωξη της αρχής μέχρι την εναέρια αναμέτρηση του φινάλε), όπως και την σφραγίδα του αξιόπιστου και ικανότατου Τζον Γκλεν (πίσω από την κάμερα ταινίας Μποντ για τέταρτη φορά) σε μια σκηνοθεσία σφιχτοδεμένη και σωστά κλιμακούμενη.

Licence to Kill, 1989

Η ιδέα να πολεμήσει ο Bond εμπόρους ναρκωτικών στη Νότια Αμερική ήταν απο μόνη της “κακή”. Δεν υπάρχει κατασκοπική δράση ούτε για δείγμα και το φίλμ καταλήγει μια πολύ βίαιη περιπέτεια με highlight τούς δύο αντιπάλους του 007. Ο νεαρός (τότε) Benicio Del Toro φτιάχνει έναν πολύ πειστικό δολοφόνο, ενω ο Robert Davi – χαρακωμένο, με σκληρό ύφος δίνει ρεσιτάλ ως κακός. Αποκορύφωμα η σκηνή που ρίχνει τον Φίλιξ Λάιτερ στούς καρχαρίες, απλά για να τον στείλει πίσω μισοπεθαμένο με ένα σημείωμα: “Διαφωνούσε με κάτι που τον έφαγε

Pierce Brosnan: 1994–2005

Το 1987, το NBC ακύρωσε τη σειρά Remington Steele και προσφέρθηκε στον Brosnan ο ρόλος του περιβόητου James Bond, αλλά η δημοσιότητα που έλαβε όλο το θέμα αναβίωσε το ενδιαφέρον του κοινού για το Remington Steele, με αποτέλεσμα ο Brosnan να αρνηθεί το ρόλο του Bond. Η παραγωγή τότε προσέλαβε τον Timothy Dalton για το The Living Daylights (1987), και Licence to Kill (1989). Οι νομικές διαμάχες μεταξύ των παραγωγών των ταινιών Bond και του στούντιο για τα δικαιώματα διανομής, είχε ως αποτέλεσμα τη ματαίωση γυρισμάτων της τρίτης ταινία που θα πρωταγωνιστούσε ο Dalton το 1991 και να βάλει τη σειρά Bond στον πάγο. Όταν τα νομικά ζητήματα επιλύθηκαν, ο Dalton αρνήθηκε να επιστρέψει για την τρίτη ταινία και τη θέση του πήρε ο Brosnan στις 7 Ιουνίου του 1994!

Η πρώτη του ταινία, το Golden Eye (1995) απέφερε συνολικά 350 εκατομμύρια δολάρια, το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό παγκοσμίων εισπράξεων μέχρι το 1995, ενώ είναι η πιο επιτυχημένη ταινία Μποντ από την εποχή του Moonraker. Στην Chicago Sun–Times, ο Roger Ebert έδωσε στην ταινία 3 από τα 4 αστέρια, λέγοντας ότι ο Brosnan ήταν «πιο ευαίσθητος, πιο ευάλωτος και παράλληλα ψυχολογικά πλήρης».

Ο Brosnan συνέχισε την καριέρα του ως Βρετανός πράκτορας στο Tomorrow Never Dies (1997) και στο The World Is Not Enough (1999), ταινίες που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Το 2002, εμφανίστηκε στο Die Another Day, για την οποία έλαβε αντικρουόμενες κριτικές, χωρίς όμως και να μειώσει το ενδιαφέρον του κοινού, που την έκανε άλλη μια επιτυχία στο box office. Λίγο μετά την κυκλοφορία του Die Another Day, τα μέσα ενημέρωσης άρχισαν να αμφισβητούν το κατά πόσο ο Brosnan θα αναλάβει κι έναν πέμπτο ρόλο, καθώς εκείνη την εποχή, πλησίαζε τα πεντηκοστά γενέθλιά του. Ο Brosnan άρχισε να φοβάται στην ιδέα μιας πιθανής απόρριψης λόγω ηλικίας από κριτικούς και φαν, όπως στην περίπτωση του Roger Moore. Παρόλα αυτά, εγκρίθηκε μια ακόμη συμμετοχή του, αλλά το Φεβρουάριο του 2005, ο Brosnan ανακοίνωσε πως παραιτείται οριστικά από το ρόλο. Τότε ο Daniel Craig πήρε τη σκυτάλη στις 14 Οκτωβρίου 2005…

Goldeneye, 1995

Όταν ο Bond επέστρεψε στα σινεμά μετά από έξι χρόνια απουσίας, η θρυλική Aston Martin είχε αντικατασταθεί από μια BMW, ο Μ είχε μεταμορφωθεί σε γυναίκα (μια επιβλητική judith dench) και στη θέση της Μις Μάνιπενι βρισκόταν καθισμένη πλέον μια όμορφη νεαρά ύπαρξη (Samantha Bond).

Πιο επιδέξιος και άνετος στις περιπετειώδεις σκηνές απ’ ότι οπουδήποτε αλλού στο φιλμ, ο Brosnan γοητεύει εύκολα την κάμερα και επιστρέφει στον χαρακτήρα με το αρρενωπό, λακωνικό και σκληροτράχηλο μοντέλο που πρώτος επέβαλε ο Connery, κάτι που δεν ισχύει για έναν από τους λιγότερο ενδιαφέροντες κακούς που έχουμε δει (ο Sean Bean στο ρόλο ενός πρώην κατασκόπου των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών και νυν αποστάτη), και η ταινία που τον πλαισιώνει γίνεται ένα λειτουργικό (αν και υπερβολικά μεγάλο σε διάρκεια) αναμάσημα από παλιότερες φόρμουλες και δοκιμασμένες με επιτυχία συνταγές της σειράς Bond.

Ειδική μνεία στην Famke Janssen η οποία είναι απολαυστική στον ρόλο της Ζένια Αποπάνοφ (!), ενός φαρμακερού και απολύτως σαδιστικού θηλυκού που του αρέσει να συνθλίβει τα αρσενικά ανάμεσα στα πόδια της, την ώρα της ερωτικής πράξης.

Tomorrow Never Dies, 1997

Αφού πάλεψε με σατανικούς εκπροσώπους της ψυχροπολεμικής εποχής και με μεγαλομανείς παράφρονες, ο James Bond καλείται να προσαρμοστεί στις ρεαλιστικές επιταγές των τελών του 20ου αιώνα και να σταθεί εμπόδιο στα παρανοϊκά σχέδια ενός μεγιστάνα του Τύπου ο οποίος ονειρεύεται να αιματοκυλήσει έναν ολόκληρο πλανήτη, μόνο και μόνο για να αποκτήσει πρώτος τα καλύτερα πρωτοσέλιδα και τις μεγαλύτερες θεαματικότητες.

Ο Jonathan Pryce είναι υπόγεια απειλητικός στον ρόλο του σαλταρισμένου media κροίσου, η ταινία ανήκει, ωστόσο, στη Michelle Yeoh που στέκεται ως άξια σύμμαχος στο πλευρό του ήρωα και αποκτά σπινθηροβόλο χημεία μαζί του, συνδυάζοντας την εξυπνάδα και τον δυναμισμό με τρόπο που ελάχιστες αλλοτινές παρτενέρ του 007 το έχουν καταφέρει.

Κατά τα υπόλοιπα ολόκληρη η ταινία είναι ένα πελώριο και προβλέψιμο déjà vu, υπάρχουν όμως βιρτουόζικα χορογραφημένες σκηνές καταδίωξης και η σκηνοθεσία προδίδει επαγγελματισμό αρκετό για να δίνει ζωή σε έναν πράκτορα που εδώ μετρά 35 χρόνια παρουσίας στην οθόνη.

The World is Not Enough, 1999

Όσο οι εισπράξεις εκτοξεύονταν στα ύψη και ο Pierce Brosnan αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη άνεση στο πρακτορικό σμόκιν του, άλλο τόσο η ποιότητα των ταινιών στις οποίες πρωταγωνιστούσε άρχισε να φθίνει, τα σεναριακά μαγειρέματα δεν αρκούσαν για να νοστιμίσουν ένα πολλάκις ξαναζεσταμμένο φαγητό και η σκηνοθεσία βρισκόταν παρούσα για να διεκπεραιώσει ένα τσίρκο από εφέ και γκάτζετς που μοιάζει να αγνοεί τι σημαίνει σασπένς ή αληθοφάνεια.

Στην 19η κατασκοπική εξόρμηση του Bond, πάντως, η Sophie Marceau γίνεται πολύ κακό κορίτσι και ανταγωνίζεται τον ήρωα σε αποφασιστικότητα και λίμπιντο, παραμερίζοντας με ευκολία τον Robert Carlyle (σε έναν μάλλον αποτυχημένο χαρακτήρα κακού) και πυροδοτώντας μια ίντριγκα στην οποία η ίδια ως γόνος πλούσιας οικογένειας και νυν τρομοκράτης μηχανεύεται έναν παγκόσμιο πυρηνικό όλεθρο.

Παρεμπιπτόντως, ο άνθρωπος στον οποίο χρεώνεται η ιδέα της Dennis Richards σε ρόλο δαιμόνιας πυρηνικής επιστήμονα έχει προφανώς μεγάλο χιούμορ, όχι όμως μεγαλύτερο από την ερμηνευτική άγνοια που επιδεικνύει σε όλες τις σκηνές της.

Στο Ο Κόσμος δεν Είναι Αρκετος βλέπουμε, δυστυχώς, για τελευταία φορά τον αξιαγάπητο Desmond Llewelyn ως Q. Ο παλαίμαχος ηθοποιός αναχωρεί, παρ’ όλα αυτά, αφήνοντας πίσω του τον John Cleese για να αναλάβει το πόστο του.

Die Another Day, 2002

H 40χρονη επέτειος του 007 ήταν η πιο… μαύρη!

Όπως συνέβη παλιότερα με τον Sean Connery και τον Roger Moore, έτσι και ο Pierce Brosnan ολοκληρώνει τον κύκλο του στον ρόλο του Bond με την πιο αδύναμη ταινία της θητείας του. Μιλάμε πολύ απλά για την χειρότερη δημιουργία Bond όλης της σειράς: ένα καταιγισμό ανεγκέφαλης δράσης και ψεύτικων CGI υπό τις οδηγίες ενός Lee Tomahori (πάλαι ποτέ υποσχόμενου σκηνοθέτη του Ηταν Κάποτε Πολεμιστές) υστερικά απελπισμένου για περισσότερα εφέ και περισσότερες εκρήξεις.

Ο Brosnan προδίδει για πρώτη φορά ερμηνευτικά σημάδια κοπώσεως, ο Tobi Stevens υπνοβατεί στον ρόλο του κακού και το εύρημα του αόρατου αυτοκινήτου που οδηγεί ο ήρωας σε κάποιο σημείο της δράσης ξεπερνά κάθε σεναριακή απελπισία. Υστερα από όλα αυτά τι να σου κάνει η πανέμορφη Halle Berry που, εκτός από μια αξέχαστη εμφάνιση με μπικίνι (φόρος τιμής στην Ούρσουλα Άντρες απο το Dr.No), επιχειρεί ό,τι περνά από το χέρι της για να αφήσει το στίγμα της ως άξιο Bond girl. Σωστό κορίτσι, τραγικά λάθος ταινία!

Daniel Craig: 2005 – σήμερα (ελπίζουμε)

Το 2005, ο Daniel Craig ανέλαβε να φέρει εις πέρας την δύσκολη αποστολή και να σηκώσει επάξια το βαρύ φορτίο της ιστορίας του Bond. Ο Craig είχε ως στόχο να δημιουργήσει μεγαλύτερο «συναισθηματικό βάθος» στο χαρακτήρα. Την επιλογή του ακολούθησε μια ατέλειωτη διαμάχη, καθώς η παραγωγή έτρεφε αμφιβολίες αν έκαναν τη σωστή επιλογή. Καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, καμπάνιες στο διαδίκτυο εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους και απείλησαν να μποϊκοτάρουν την ταινία ως ένδειξη διαμαρτυρίας καθώς το προφίλ του ξανθού Craig δεν ταίριαζε με τον σκοτεινό Bond των προκατόχων του…

Παρόλα αυτά, γύρισε την πρώτη του ταινία, το Casino Royale (2006) και απέφερε συνολικά 594,239,066 δολάρια σε όλο τον κόσμο, σχεδόν διπλάσιο από τη μεγαλύτερη ως τότε εισπρακτική Bond επιτυχία του Golden Eye. Μετά την πρώτη προβολή της ταινίας, οι κριτικές για τον Craig ήταν εγκωμιαστικές, δίνοντας το πράσινο φως στη συνέχεια της μαύρο-κοστούμι-κρυμμένο-όπλο καριέρας του.

Ο Craig εντέλει δίνει τη δική του εκδοχή, σκιαγραφώντας τον Bond ως έναν αντί-ήρωα: «Το ερώτημα που κάνω στον εαυτό μου όταν τον υποδύομαι είναι «Είμαι καλός ή απλά ένας κακός τύπος που δουλεύει για την καλή πλευρά;» Ο Bond, κατ’ ουσίαν είναι ένας δολοφόνος. Ακόμη κι ένας δολοφόνος πρέπει να διερευνηθεί, χωρίς να προκαλείται σύγχυση κατά τη διάρκεια της ταινίας. Πρέπει απλά να διερωτηθούμε ποια είναι η ταυτότητά του». Ο Craig επίσης έχει δηλώσει ότι ο δικός του αγαπημένος Bond είναι ο Sean Connery, αλλά δεν έχει ποτέ σκοπό να τον αντιγράψει. Τέλος, παρατήρησε ότι ο Bond «… στην πραγματικότητα υποφέρει από μισογυνισμό … Οι πολλές γυναίκες που προσελκύει, είναι κυρίως επειδή ενσαρκώνει ένα ορισμένο είδος κινδύνου και ποτέ δε μένει με κάποια για πολύ καιρό».

Casino Royale, 2006

Στην πρώτη του αποστολή ως 007, ο James Bond αντιμετωπίζει έναν τραπεζίτη με τρομοκρατικές διασυνδέσεις (ένας αρκούντως απειλητικός Mads Mikkelsen), ερωτεύεται μια εντεταλμένη των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών (η πανέμορφη Eva Green) και γυρίζει ως επί το πλείστον πλάτη στις εξώφθαλμες κασκάντες, τις εκατόμβες πυροτεχνικών εφέ, τις εξυπνακίστικες ατάκες και τα τουριστικά πηγαινέλα που με τα χρόνια φόρτωσαν την σειρά με μια πληκτικά οικεία γραφικότητα.

Το Casino Royale πατά σωστά το κουμπί της επανεκκίνησης σε μια κουρασμένη μυθολογία για να μας συστήσει έναν Bond τραχύ και αμείλικτο στην πρακτορική σταυροφορία του, τρωτό εντούτοις μπροστά σε μια σειρά από προσωπικά διλήμματα που καλείται να αντιμετωπίσει.

Εισδύοντας σε έναν ρόλο που με τον καιρό έγινε ένα μοδάτο, υπερρεαλιστικό σύμβολο, ο Daniel Graig αφήνει, πίσω από το σχεδόν ανέκφραστο προσωπείο και την ατσαλένια σωματική κατατομή, να φανεί για πρώτη φορά ένας πραγματικός χαρακτήρας. Ο Bond του βρίσκεται πολύ κοντά στο ψυχρό, κυνικό μοντέλο που είχε οραματιστεί ο Ίαν Φλέμινγκ, ταυτόχρονα όμως μας αποκαλύπτεται ως ένας δραματικός ήρωας που συνειδητοποιεί σταδιακά ότι για να περάσει στα εδάφη του μύθου θα πρέπει προηγουμένως να θυσιάσει κάθε ανθρώπινη ιδιότητά του.

Κάπως έτσι, το εξαιρετικό φινάλε της ταινίας δεν προσφέρει κατακλείδα σε μια ακόμη κεφάτη υπερπεριπέτεια του δημοφιλούς κατασκόπου. Γίνεται δήλωση μιας χειρονομίας πλήρους αυταπάρνησης, κατά την οποία ο ήρωας συνθλίβει κάθε γήινη υπόσταση για να εγείρει πάνω της ένα αμοραλιστικό είδωλο, μια αλάνθαστη μηχανή που σκοτώνει. Αυτό που δευτερόλεπτα πριν τους τίτλους του τέλους θα μας συστηθεί μια για πάντα ως “Bond…James Bond!“.

Quantum of Solace, 2008

Μοιάζοντας περισσότερο με μακροσκελή επίλογο στην πλοκή του Casino Royale, που είχε προηγηθεί δύο χρόνια πριν, παρά με αυτόνομη περιπέτεια, η δεύτερη εμφάνιση του Daniel Graig με το κοστούμι του Bond προκύπτει αρκετά απογοητευτική κι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην σκηνοθεσία του Mark Foster.

Ο δημιουργός του «Χορού των Τεράτων» και του «Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ» φανερώνει ικανότητα στο να χειρίζεται τις πιο ανθρώπινες και ψυχολογικές πλευρές μιας ιστορίας που αφορά στην ουσία ένα επώδυνο σχέδιο εκδίκησης. Όταν φτάνει, εντούτοις, ώρα να κινηματογραφήσει σκηνές δράσης αποδεικνύεται εντελώς ανεπαρκής, παραδίδοντας ένα ζαλιστικό, θολό και ασυνάρτητο θέαμα που δεν προσφέρει ευχαρίστηση σε κανέναν.

Αν κανείς θέλει να προσθέσει σε αυτό το γεγονός ότι ο Mathie Amalric φαντάζει εντελώς αμελητέος σε ρόλο κακού, το σενάριο έχει ενδιαφέρουσες παραμέτρους αλλά μοιάζει ανολοκλήρωτο και με αδυναμία εστίασης, οποιαδήποτε υποψία χιούμορ έχει πάει εντελώς περίπατο και ο Jack White συνθέτει ένα από τα πιο ασήμαντα κομμάτια που έχουν ακουστεί ποτέ στη σειρά, τότε το Quantum of Solace είναι σαφώς αρκετά βήματα πίσω σε σχέση με τον ανανεωτικό προκάτοχό του.

Ευτυχώς που, εκτός από τον Daniel Graig που κερδίζει με την αξία του τον χαρακτηρισμό “αξιομνημόνευτος”, υπάρχει και το χάρμα οφθαλμών που ονομάζεται Olga Kurylenko, ένα θεσπέσιας ομορφιάς και μαγνητισμού Bond girl.

Skyfall, 2012

Το 2006 ο σκηνοθέτης Martin Campell (Goldeneye) και ένα τρίο ικανότατων σεναριογράφων ανέλαβαν να ανανεώσουν μια κινηματογραφική μυθολογία η οποία μετρούσε όχι μόνο κάμποσες πολύπαθες δεκαετίες στην πλάτη της αλλά και αρκετές περιπτώσεις ταινιών στις οποίες η εμπορική απήχηση δεν συμβάδιζε πάντα με την καλύτερη ποιότητα.

Το Casino Royale κατόρθωσε να επαναδρομολογήσει δυναμικά τη μυθολογία του προσφιλούς Βρετανού πράκτορα, προσδίδοντάς της γνήσιο τσαγανό όπως και ένα συναισθηματικό και ψυχολογικό βάθος που ουδέποτε είχε. Πάνω σε αυτό ακριβώς το δίπτυχο δουλεύει και ο Sam Mendes για λογαριασμό της 23ης επίσημης περιπέτειας Bond.

Μοναδικός βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης (κέρδισε το αγαλματίδιο το 1999 για το «American Beauty») που έχει ποτέ αναλάβει ταινία της σειράς, ο Mendes προσφέρει ένα στιβαρό πάντρεμα του θεάματος και του περιεχομένου, πραγματοποιεί άφθονα κλεισίματα του ματιού στο παρελθόν του ήρωα, φροντίζοντας όμως να τον αντιμετωπίσει με τον πραγματισμό του σήμερα, διαλέγει ως απολαυστικό κακό έναν εξαιρετικό Javier Bardem και ρίχνει μεγάλο βάρος στο ανθρώπινο στοιχείο.

Στο Skyfall θα συναντήσει, λοιπόν, κανείς τις κοσμοπολίτικες περιηγήσεις και τους απίθανους ηρωισμούς του Bond, θα εκπλαγεί ακόμη περισσότερο, ωστόσο, βλέποντας τον αλλοτινό αλώβητο υπερκατάσκοπο να φανερώνει ευάλωτες και απρόσμενα εσωτερικές πλευρές του ή την ιστορία να μεταχειρίζεται αναπάντεχα σύνθετες θεματικές.

Εναλλάσσοντας εντυπωσιακές σεκάνς δράσης (όπως το εναρκτήριο κυνηγητό ή μια θαυμάσια νυχτερινή συμπλοκή σε έναν από τους ψηλότερους ορόφους ενός ουρανοξύστη) με σκηνές που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις μεστές συνδιαλλαγές μεταξύ των χαρακτήρων, ο Mendes απομακρύνει τα πολυδοκιμασμένα και εξαντλημένα τρικ των παλιότερων δημιουργιών Bond για να εστιάσει σε μια αφήγηση στρωτή και σε μια σειρά από μικρές αλλά αιφνίδιες καινοτομίες που είναι καλύτερο καθένας θεατής να ανακαλύψει μόνος του.

ι αυτό που προσφέρει στους θαυμαστές μιας τόσο εμβληματικής φιγούρας του σινεμά περιπέτειας, μετά από πενήντα χρόνια κινηματογραφικής ζωής, είναι η ευκαιρία να δουν τον αγαπημένο τους πράκτορα να μεταμορφώνεται επιτέλους σε ένα πλάσμα πολλών και μυστήριων διαστάσεων. Το Skyfall γίνεται μια τονωτική ένεση κατευθείαν στην καρδιά ενός ήρωα και μαζί μιας ολόκληρης φιλμικής εποποιίας.

Spectre, 2015

Η συνεργασία του Sam Mendes και του Daniel Craig είναι για μια ακόμα φορά επιτυχημένη και σίγουρα έχουν βρει χημεία μεταξύ τους. Το Spectre φροντίζει από την αρχή να ανεβάσει την αδρεναλίνη με μια εξαιρετική σκηνή δράσης και από κει και μετά αρχίζει να «απλώνει» την ιστορία, η οποία συνδέεται με ιδανικό τρόπο με τις προηγούμενες ταινίες, στις οποίες έχει εμφανιστεί ο Daniel Craig. Δίχως να κάνει “κοιλιά” και με την υπόθεση να αναπτύσσεται και χωρίς να αφήνει τα κλασικά στοιχεία του μύθου του ήρωα… παραπονεμένα, το Spectre φροντίζει να δώσει στιγμές αγωνίας, να διασκεδάσει και φυσικά να προσφέρει μερικές στιγμές οι οποίες παραπέμπουν στις παλαιότερες ταινίες του ήρωα.

James Bond will return….