SHARE

Σε ενα παλιότερο άρθρο, λέγαμε το πως τα τελευταία χρόνια, ολο και περισσότεροι ταλαντούχοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί, έχουν στρέψει, για τα καλά, την πρόσοχή τους στην τηλεόραση.

 

Η τηλεόραση δε, σαν μέσο ήταν πάντα το πιο πρόσφορο έδαφος για μεγάλα δράματα. Λίγο ο τηλεοπτικός χρόνος, ο οποίος απο μόνος του δίνει πιο μεγάλη ελευθερία, απο τον κινηματογραφικό, λίγο η εμπειρία που έχουν οι τηλεοπτικοί παραγωγοί στο είδος έχουν κάνει τις σειρές ένα πολύ δυνατό μέσο αφήγησης.

Μέχρι σήμερα, όμως, το τηλεοπτικό πεδίο αναζητούσε τις δυστοπίες που ενέχουν μέσα τους μια ισχυρή δόση φουτουρισμού, που να αφορούν δηλαδή μια αποκλίνουσα προοπτική ενός μέλλοντος που ο άνθρωπος θέλει και κυνηγάει εδώ και χρόνια. Στο Handmaid’s Tale έχουμε μια δυστοπία όχι αυτού όμως που θα μπορούσε να εμφανιστεί. Αλλά εκείνου που έχει απαντήσει σε πολλές περιπτώσεις η ιστορική καταγραφή. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά του έργου σε σχέση με άλλα.

Το βιβλίο της καναδής Margaret Atwood, που απο το 1985, όπου και εκδόθηκε για πρώτη φορά , δεν σταματάει να τυπώνει αντίτυπα και να παίρνει βραβεία, γίνεται ταινία το 1990, με το ατυχή ελληνικό τίτλο “Η Ιστορία μιας Καμαριέρας”(!) και όπερα το 2000, κριτικάρει την κοινωνία με έναν τρόπο που μόνο το είδος του sci fi μπορεί. Το έργο της Atwood είναι καθαρά πολιτικό, ακόμη και αν μιλάει για μια φανταστική κοινωνία.

Έτσι όπως στο 1984 του George Orwell, όπου το “έγκλημα” της σκέψης είναι το θανάσιμο αμάρτημα και γι’ αυτό πρέπει να εξαλειφθεί οτιδήποτε οδηγεί στη διάπραξή του: ελευθερία, γλώσσα, ανθρώπινα αισθήματα και στο Brave New World (1931) του Aldus Huxley, όπου σε ένα ορατό μέλλον, η βιοεπιστήμη και η γενετική έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο που υποκαθιστούν τη φυσική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και ο χαρακτήρας, ο ψυχικός κόσμος, η ευτυχία, η κοινωνική θέση κάθε ανθρώπου είναι προκαθορισμένα πολύ πριν τη γέννησή του, έτσι και εδω το σύμπαν του βιβλίου και πλέον της σειράς μιλάει για ένα καθεστώς.

To Handmaid’s Tale, μπορεί φυσικά να γράφτηκε το μακρινό 1985, περιγράφει όμως ένα εφιαλτικό κοντινό μέλλον όπου η τεράστια υπογεννητικότητα που ακολούθησε μια διευρυμένη ατμοσφαιρική μολυνση έχει σαν αποτέλεσμα την επιστροφή των ΗΠΑ σε φονταμενταλιστικές κοινωνικές δομές ιεραρχίας όπου οι γυναίκες δεν έχουν δικαιώματα ή τον έλεγχο του εαυτού τους, αποτελώντας τίποτα παραπάνω από δοχεία αναπαραγωγής που ανήκουν στον εκάστοτε Οίκο της ελίτ.

«Μέχρι τώρα κοιμόμουν  έτσι το αφήσαμε να συμβεί. Όταν σφάγιασαν το Κογκρέσο δεν ξυπνήσαμε, όταν κατηγόρησαν τους τρομοκράτες και έφεραν την κατάλυση του συντάγματος πάλι δεν ξυπνήσαμε…»  – Offred

Το σύνταγμα έχει καταλυθεί, η ΗΠΑ είναι πλέον πρώην και στην θέση της υπάρχει η Νέα Αγγλία ή το Κράτος του Gilead. Εν τω μέσω ενός συνεχιζόμενου εμφυλίου πολέμου, η φονταμενταλιστική αυτή κυβέρνηση, υποτάσσει τις γυναίκες, οι οποίες δεν επιτρέπεται να εργάζονται, να έχουν δικά τους χρήματα ή ακόμα και να διαβάζουν. Η γενικευμένη υπογονιμότητα λόγω περιβαλλοντικής μόλυνσης έχει οδηγήσει στη στρατολόγηση νεαρών γόνιμων γυναικών – που ονομάζονται Handmaids, – βιβλική αναφορά στην ιστορία των άτεκνων Ιακώβ και Ραχήλ – οι οποίες έχουν ανατεθεί στα σπίτια της κυρίαρχης ελίτ, όπου πρέπει να έχουν σεξουαλική επαφή με τα αρσενικά αφεντικά τους για να μείνουν έγκυες και να φέρουν παιδιά γι ‘αυτούς τις συζύγους τους.

Κεντρική φιγούρα είναι η υπηρέτρια Offred (Of Fred, δηλαδή ανήκει στον κύριο της Fred Waterford (Joseph Fiennes). Η θέση της Offred (Elisabeth Moss) στη νέα τάξη πραγμάτων βρίσκεται στον πάτο της κοινωνικής κλίμακας. Στην κάστα των Marthas. Υπάρχουν γυναίκες με καλύτερη μοίρα από αυτήν. Όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά επειδή χρειάζεται πάντα ένας βοσκός να μαζεύει τα πρόβατα.

Οι υπηρέτριες έχουν έναν σκοπό: την υποταγή στον αφέντη. Υποταγή όχι μόνο με τα μάτια, αλλά και με το σώμα. Υποχρεούνται να κάνουν έρωτα με τον αφέντη τους για να τις γονιμοποιήσει και μετά να τους πάρει το παιδί.

Η Offred περνά τις μέρες της κάνοντας θελήματα για την οικογένεια και ψώνια αλλά όχι με χρήματα παρά με ειδικά κουπόνια που έχουν τυπωμένες φωτογραφίες των προϊόντων μιας και οι γυναίκες απαγορεύεται να έχουν χρήματα και να διαβάζουν.

Στο σπίτι κάθεται αόρατα σε μια κρεβατοκάμαρα με παράθυρα θωρακισμένα (ώστε να μην μπορεί να κόψει τις φλέβες της με θραύσμα από γυαλί) και τα βράδια της “τελετής”, συνεργάζεται μηχανικά με τον διοικητή της ενώ βρίσκεται στην αγκαλιά της στείρας και πρώην τηλε-ευαγγελίστρια συζύγου του, Serena Joy (Yvonne Strahovski). Την ίδια στιγμή προσπαθεί να βρει την κόρη της αλλά και να καταφέρει να ξεφύγει από το θεοκρατικό καθεστώς.

 

Ανατριχιαστική που σίγουρα χρειάζεται γερό στομάχι. Ο κόσμος της Offred είναι πολύ σκληρός καθώς βλέπει τις γυναίκες είτε σαν γλάστρες, υπηρέτριες ή κινητές μήτρες. Κακοποίηση, πλύση εγκεφάλου και θάνατος καραδοκεί για τους αγαπημένους χαρακτήρες και αυτό την κάνει μια εξαιρετική . Όχι μόνο αυτό αλλά βλέποντας μέσα από τα μάτια της Offred η ταύτιση γίνεται πολύ πιο γρήγορα αλλά και είναι ακόμη πιο τρομαχτικό. Αυτή η μίξη τρόμου, αγωνία και σοκ είναι που κάνει τη εκρηκτική. Είναι μια που δεν μπορείς να σταματήσεις να βλέπεις με τίποτα.

Ο Bruce Miller, δημιουργός του The 100 και παραγωγός του εκπληκτικού The 4400, μέσα σε δέκα ωριαία επεισόδια, ντύνει μεν με ρετρό διάθεση και vintage χρώματα, την ατμόσφαιρα, αλλά δεν αλλοιώνει καθόλου την ουσία. Η τακτική του να διακόπτει το τώρα της αφήγησης με αναδρομές λίγο πριν ξεσπάσει το κακό επιφέρει ωραίες αντιθέσεις.

Η Offred προσπαθεί να κρατηθεί όρθια μέρα με την μέρα, στον “υποχρεωτικό’ βιασμό, ενω εμείς παράλληλα βλέπουμε την πάλαι ποτέ Τζουν (όπως είναι το πράγματικό της όνομα) να ζει την καθημερινότητά της με τους φίλους και την οικογένειά της, σε ένα πολυπολιτισμικό κοινωνικό χώρο, με γήινα χρώματα, με αναφορές, με την κάμερα να κινείται ελεύθερα και κάνει την ελευθερία αυτή να μοιάζει με ξύπνημα στον εφιάλτη.

Η αφήγηση της κατακτημένη από μια ανεξήγητη ηρεμία αποτελεί το πιο ατόφιο στοιχείο που μπορεί να δείξει. Θάφτηκε; Κρατιέται μόνο για τον εαυτό της μιας και τα άλλα που έπρεπε να της ανήκουν, δεν της ανήκουν; Η ουσία είναι ότι η φωνή της αφήγησης αποτελεί μια καθάρια υπογραφή.

Η Elisabeth Moss, την οποία αγαπήσαμε στο Mad Men και μετέπειτα στο Top of the Lake, δεν χρειάζεται να κάνει ούτε μια προσπάθεια για να μας κερδίσει. Όλο το παιχνίδι της βρίσκεται στο πρόσωπο που συγκεντρώνει όσα πρέπει να ξέρεις για την υπηρέτρια: δέρμα που συσπάται προσπαθώντας να κρατήσει την αντίδραση, μια συγκατάβαση που κάποτε ήταν ανυπέρβλητος φόβος. Με μια απίστευτη ερμηνεία, απο την αρχή μέχρι το τέλος, μας κρατάει σε εγρήγορση και αγωνία.

Φυσικά δεν ξεχνάμε την μικρή “Gilmore” Alexis Bledel, σε μια στιβαρή ερμηνεία, η οποία πιστεύω στην δεύτερη σεζόν (που ηδη έχει ανακοινωθεί) θα έχει μεγαλύτερο ρόλο και την φοβερή Ann Dowd ως Aunt Lydia, σε έναν ρόλο που πραγματικά τις ανήκει.

Το The Handmaid’s Tale πολλές φορές κατά την διαρκειά του, θα σε φοβίσει, θα σε εξοργίσει και θα σε κάνει να σκεφτείς αρκετά πράγματα που ίσως για σένα είναι δεδομένα. Με μια φοβερή παραγωγή και με μια εκπληκτική σκηνοθεσία το οπτικό αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να ήταν καλύτερο. Σκηνοθεσία που μιλάει τόσο δυνατά με την εικόνα και τον τρόπο που έχει στηθεί το κάθε κάδρο, που είναι εντυπωσιακή.

Ειδική μνεία στην φωτογραφία του Colin Watkinson (The Fall), όπου κάθε καρέ μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής, φέρνει στόν τηλεοπτικό δέκτη σκληρές εικόνες και καταστάσεις που ωθούν τα ανθρώπινα όρια στα άκρα.

The Handmaid’s Tale… μια -φαινόμενο, που ενω πραγματεύεται, ενα δυστοπικό (κοντινό;) μέλλον, μοιάζει – και είναι – τόσο επίκαιρη.