SHARE

Διανύοντας την τρίτη εβδομάδα προβολής της, με σχεδόν 165.000 εισιτήρια, σε 18 μέρες προβολής, κάνουμε μια λεπτομερή αναφορά στο έπος του Βρετανού σκηνοθέτη, μπαίνοντας στα “ψιλά” γράμματα της παραγωγής.

Η ταινία «Δουνκέρκη» ξεκινά, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες των Βρετανών και των Συμμάχων είναι περικυκλωμένοι από δυνάμεις του εχθρού. Παγιδευμένοι στην παραλία, με τις πλάτες τους στην θάλασσα έρχονται αντιμέτωποι με μια ανέφικτη κατάσταση, καθώς ο εχθρός πλησιάζει.
Η ιστορία ξεδιπλώνεται στη στεριά, στη θάλασσα και στον αέρα. Αεροπλάνα spitfires της RAF (Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας της Μεγάλης Βρετανίας) έρχονται αντιμέτωπα με τον εχθρό πάνω από το Κανάλι προσπαθώντας να προστατεύσουν τους ανυπεράσπιστους άνδρες στην στεριά. Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες μικρές βάρκες επανδρωμένες με απλούς πολίτες και στρατιώτες κάνουν μια απέλπιδα προσπάθεια, με κίνδυνο της ζωής τους, σε μια μάχη ενάντια στο χρόνο, προσπαθώντας να σώσουν έστω και ένα μέρος του στρατού τους.

Ο πρωτοποριακός σκηνοθέτης, συγγραφέας και παραγωγός Κρίστοφερ Νολάν μεταφέρει το κοινό από τους σκοτεινούς δρόμους της Γκόθαμ στο παρασκήνιο μίας συγκλονιστικής ιστορίας: στο θαύμα της Δουνκέρκης.
Η ταινία ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ βασίζεται στο περιστατικό της εκκένωσης της ομώνυμης περιοχής της Γαλλίας, το οποίο έλαβε χώρα στους πρώτους μήνες του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου και είχε άμεσο αντίκτυπο στη συνολική έκβαση του πολέμου. Στόχος του Νόλαν ήταν να μεταφέρει την ιστορική αυτή στιγμή στη μεγάλη οθόνη, δημιουργώντας μία επική ταινία δράσης, ένα πολεμικό δράμα που να κόβει την ανάσα.

Ωστόσο, η για πολλά χρόνια παραγωγός και συνεργάτιδα του Νόλαν, Έμα Τόμας, συμπληρώνει ότι εκτός από μία ταινία δράσης, η ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ είναι και μια πολύ ανθρώπινη ιστορία, που μπορεί να αγγίξει τον καθένα. Εξάλλου, ο Νόλαν τοποθετεί στο επίκεντρο της ταινίας τους χαρακτήρες της ιστορίας: τους στρατιώτες στην παραλία, τους πιλότους στον αέρα, τους αμάχους στις βάρκες.
Η ιστορία ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου του 1940, όταν οι βρετανικές δυνάμεις, μαζί με τα γαλλικά, βελγικά και καναδικά στρατεύματα εγκλωβίστηκαν στις παραλίες της Δουνκέρκης. Αν και η Βρετανία ήταν μόλις 26 μίλια μακριά, δεν υπήρχε τρόπος να διασχίσουν την Μάγχη. Η ρηχή παραλία, με την παλίρροια να φτάνει στα 21 πόδια, καθιστούσε αδύνατο στα μεγάλα βρετανικά ναυτικά πλοία να προσεγγίσουν και να διασώσουν τους άνδρες. Ωστόσο, η ελπίδα ξεπήδησε από ένα στόλο μη στρατιωτικών “μικρών πλοίων” που ξεκίνησαν από τη νότια ακτή της Αγγλίας για να μεταφέρουν τους στρατιώτες στα σπίτια τους, στο πλαίσιο μίας επιχείρησης με την κωδική ονομασία Operation Dynamo.

Ο ιστορικός σύμβουλος της ταινίας, Τζόσουα Λεβάιν, συγγραφέας του βιβλίου Forgotten Voices of Dunkirk, τονίζει ότι η εκκένωση του 1940 αποτελεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια βρετανική ιστορία. Ήταν ένα τεράστιο γεγονός που εξακολουθεί να έχει διεθνή σημασία, γιατί εάν ο βρετανικός στρατός είχε αποδεκατιστεί ή αιχμαλωτιστεί σε εκείνο το σημείο, η Βρετανία θα είχε σχεδόν εξαναγκαστεί να παραδοθεί, αλλάζοντας έτσι το ρου της ιστορίας. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο, ότι η φαινομενικά αδύνατη διάσωση του βρετανικού στρατού έμεινε γνωστή ως το «Θαύμα της Δουνκέρκης».
Ήταν με το μικρό ιστιοπλοϊκό ενός φίλου, που ο Νολάν και η Τόμας επισκέφθηκαν για πρώτη φορά την Δουνκέρκη στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το ταξίδι αυτό θα τους έδινε μια εντελώς νέα οπτική για το σημαντικό αυτό ιστορικό γεγονός, για το οποίο είχαν μόνο διαβάσει. Εξαιτίας του κακού καιρού, το ταξίδι τους στα στενά της Μάγχης διήρκεσε 19 ώρες! Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη, ακόμα και χωρίς το φόβος των βομβών, όπως το 1940. Συνεπώς, εκείνο που έκανε περισσότερο εντύπωση στον Νόλαν ήταν το ποσό ριψοκίνδυνη ήταν η απόφαση των αμάχων που έμπαιναν με τα μικρά τους σκάφη σε μια ζώνη πολέμου. Για πολλά μίλια δεν έβλεπαν παρά καπνό και φωτιές. Η αποφασιστικότητα τους αποδεικνύει το ομαδικό και αλληλέγγυο πνεύμα τους.
Ο Νόλαν αναφέρει, «Ήθελα για πολλά χρόνια να παρουσιάσω τα γεγονότα της ιστορίας, από τη γη, τη θάλασσα και τον αέρα. Ειδομένα δηλαδή από τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην παραλία, από εκείνους που έρχονταν να βοηθήσουν με τα σκάφη τους, αλλά και από τους πιλότους που προσπαθούσαν να τους προστατεύσουν από ψηλά.

Ο χρόνος για την επιχείρηση Dynamo στη Δουνκέρκη λειτούργησε διαφορετικά για τα τρία σώματα πολέμου και αυτό αποτυπώνεται και στο σενάριο της ταινίας: ο στρατός ξηράς χρειάστηκε να περιμένει μία ολόκληρη εβδομάδα στις γαλλικές ακτές, για το ναυτικό η όλη ιστορία ήταν υπόθεση μιας ημέρας, ενώ για τους πιλότους των αεροσκαφών μία ώρα ήταν υπεραρκετή. Με τον τρόπο αυτό ο Νόλαν «φωτίζει» το προσωπικό ταξίδι κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, σε όποιο σημείο και αν βρίσκεται.

 

Για τη συγγραφή του σεναρίου, ο Νολάν διάβασε πολλά βιβλία και μαρτυρίες και συνεργάστηκε εκτενώς με τον Λεβάιν, συγγραφέα του βιβλίου Forgotten Voices of Dunkirk, για τον οποίο λέει ότι «αμέσως κατανόησε τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην ψυχαγωγία και την ιστορική ακρίβεια που επιδιώκαμε.» Στο πλαίσιο αυτό, ο Λεβάιν τους έφερε σε επαφή με βετεράνους της επιχείρησης Dynamo. Ωστόσο, ο Κρις δεν ήθελε να βάλει λόγια στα στόματα αυτών των πραγματικών ηρώων ή να αλλάξει τις ιστορίες τους για να υπηρετήσει την αφήγηση ή να εντείνει το δραματικό στοιχείο. Οπότε αποφάσισε να προσεγγίσει την ιστορία χρησιμοποιώντας φανταστικούς χαρακτήρες εμπνευσμένους από τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνά του.
Ο Νολάν συνεργάστηκε και στην ταινία ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ με τη δημιουργική του ομάδα, συμπεριλαμβανομένου του διευθυντή φωτογραφίας Χόιτε Βαν Χόιτεμα, του υπεύθυνου οργάνωσης παραγωγής Νέιθαν Κρόλεϊ, του ενδυματολόγου Τζέφρι Κούρλαντ, του μοντέρ Λι Σμιθ, του υπεύθυνου ειδικών εφέ Σκοτ Φίσερ και του υπευθύνου οπτικών εφέ Άντριου Τζάκσον.
Ο πρωταρχικός στόχος του Νόλαν ήταν να κάνει το κοινό να αισθανθεί ότι βρίσκεται στην παραλία, στο πλοίο που διασχίζει το κανάλι και στο πιλοτήριο των Spitfires. Παρόλο που ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε IMAX κάμερες στην ταινία The Dark Knight, στην ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ένα συνδυασμό ΙMAX και 65 mm. Έτσι είχε τη δυνατότητα να κάνει εντυπωσιακά πανοραμικά πλάνα, δημιουργώντας αμεσότητα και εντείνοντας τη συναισθηματική φόρτιση. Ακόμα ένα χαρακτηριστικό των ταινιών του Νόλαν, που διακρίνει κανείς και στην ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ, είναι η προτίμησή του να συλλαμβάνει τη δράση στην κάμερα και να αποφεύγει τα ψηφιακά εφέ και το CGI.

Προσθέτοντας στο ρεαλισμό της ταινία, οι ηθοποιοί και το συνεργείο είχαν την ευκαιρία να κινηματογραφήσουν ένα τμήμα της ΔΟΥΝΚΕΡΚΗΣ στην πραγματική παραλία, ακριβώς την ίδια εποχή του χρόνου που συνέβη και η εντυπωσιακή εκκένωση.

Ο Κρίστοφερ Νόλαν θέλησε να χαρακτηρίζονται από αυθεντικότητα και οι επιλογές του για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της ταινίας. Αναζήτησε ηθοποιούς που ήταν κοντά στις ηλικίες των χαρακτήρων, φρέσκα πρόσωπα, ώστε το κοινό να μπορεί να βιώσει αυτά τα γεγονότα μέσα από τα μάτια τους. Μερικοί απ ‘αυτούς ήταν σχεδόν παιδιά.
Μια από τις ανακαλύψεις του ήταν ο Φιόν Γουάιτχεντ, ο οποίος κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη, ενσαρκώνοντας τον Τόμι. Καταφέρνει να διαφύγει από τη γειτονική πόλη που βρισκόταν, όμως εγκλωβίζεται στην παραλία της Δουνκέρκης μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες άλλους στρατιώτες, περιμένοντας τη μοίρα του. Περιγράφοντας τον χαρακτήρα του, ο Γουάιτχεντ λέει: «Ο Τόμι είναι το είδος του κλασικού, μέσου στρατιώτη. Είναι πολύ νέος και άπειρος και πιθανότατα δεν συνειδητοποιεί τι τον περιμένει. Αλλά είναι επινοητικός και αποφασισμένος να κάνει ό, τι μπορεί για να επιβιώσει.»

Λίγο μετά την άφιξή του στην παραλία, ο Τόμι συναντά τον Γκίμπσον, έναν συμπατριώτη του. Το σχέδιό τους να διαφύγουν, τους φέρνει στο μόλο όπου συναντούν τον Αλεξ (Χάρι Στάιλς). Για τον Στάιλς, δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι ο Τόμι, ο Γκίμπσον και ο Άλεξ θ’ ανακαλύψουν γρήγορα αυτό που τους «δένει»: ο δρόμος για την ελευθερία τους είναι ο μόλος, μια επικίνδυνη προβλήτα οκτώ ποδιών που επιβλέπει ο διοικητής Μπόλτον (Κένεθ Μπράνα).

Ο Μπόλτον είναι ο υπεύθυνος για τον εφοδιασμό των πλοίων και των σκαφών, για το που μπορούν να αγκυροβολήσουν, να περισυλλέξουν τους στρατιώτες και στη συνέχεια ν’ απομακρυνθούν. Και αυτή η διαδικασία πρέπει να ολοκληρώνεται γρήγορα, με τη μέγιστη αποτελεσματικότητα, επειδή οι Γερμανοί τους χτυπούν από παντού. Ο Μπόλτον έχει μια θέση μεγάλης ευθύνης σε μια περιοχή-κλειδί. Οφείλει να διατηρεί την ψυχραιμία του, ακόμα και υπό μεγάλη πίεση, να παίρνει αποφάσεις ζωής και θανάτου. Ωστόσο, γνωρίσει ότι είναι πρακτικά αδύνατον ν’ απομακρυνθούν όλοι, οπότε η θέση του είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Ένα από τα σκάφη που έρχονται από την Αγγλία είναι το Moonstone, ένα μικρό, ξύλινο γιοτ που ανήκει στον κ. Ντόσον (Μαρκ Ράιλανς). Ο Ντόσον είναι ένας από τους πολλούς εκατοντάδες Άγγλους αμάχους που ανταποκρίθηκαν στην κλήση του στρατού, να πάρουν τα σκάφη τους, να διασχίσουν την Μάγχη και να περισυλλέξουν τους στρατιώτες από την Δουνκέρκη. Μαζί του έχει τον 19χρονο γιο του, Πίτερ (Τομ Γκλιν-Γκάρνεϊ), που κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στην ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ. Καθώς ο κ. Ντόσον και ο Πίτερ ετοιμάζονται να επιβιβαστούν, ο φίλος του Πίτερ, ο Τζορτζ, πηδάει στο Moonstone, αποφασισμένος να μοιραστεί αυτό που φαντασιώνεται ότι θα είναι η πρώτη του πραγματική περιπέτεια.
Ωστόσο, δεν είναι όλοι οι επιβάτες του Moonstone πρόθυμοι να φτάσουν στη Δουνκέρκη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, ο Ντόσον και τα αγόρια του περισυλλέγουν έναν επιζήσαντα μίας τορπιλακάτου. Ο Κίλιαν Μέρφι δεν έχει όνομα την ταινία. Είναι απλά ακόμα ένας τρομοκρατημένος στρατιώτης, που δεν έχει καμία πρόθεση να επιστρέψει στην κόλαση από την οποία έχει μόλις δραπετεύσει. Ο χαρακτήρας του δείχνει το βαθύ αποτύπωμα που μπορεί να αφήνει ο πόλεμος στην ψυχή ενός ανθρώπου και παρόλο που δεν είναι συγκεκριμένος, ο Μέρφι λέει ότι δεν είχε κανένα δισταγμό να πάρει το ρόλο, απλά και μόνο για την ευκαιρία να δουλέψει ξανά με τον Νόλαν.

Στη στεριά: μία εβδομάδα

Τα γυρίσματα της ταινίας χωρίζονται και επικεντρώνονται εκεί ακριβώς όπου εκτυλίσσεται και η πραγματική ιστορία: στη γη, στη θάλασσα και στον αέρα. Η απόφαση των δημιουργών να επικεντρωθεί η χερσαία κινηματογράφηση στον τόπο όπου συνέβησαν τα γεγονότα πριν από περίπου οκτώ δεκαετίες ήταν μία από τις πιο σημαντικές αλλά και δημιουργικές.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που έπρεπε να κάνουν για την προετοιμασία των γυρισμάτων στην ιστορική παραλία ήταν να ψάξουν εξονυχιστικά την περιοχή για τυχόν χειροβομβίδες που μπορεί να βρίσκονταν ακόμα θαμμένες στην άμμο. Ωστόσο, μακράν η δυσκολότερη δουλειά ήταν να αποκαταστήσουν ό,τι είχε παραμείνει από τον ανατολικό μόλο του 1940. Η παραλία της Δουνκέρκης είναι εξαιρετικά ρηχή, καθιστώντας αδύνατο για τα μεγάλα πλοία να προσεγγίσουν ακτή. Έτσι, οι στρατιώτες στοιβάχτηκαν σ’ αυτό το στενό κυματοθραύστη, περιμένοντας τη σωτηρία τους.
Οι καιρικές συνθήκες ήταν ακόμα μία πρόκληση για την παραγωγή. Παρότι, τα γυρίσματα γίνονταν αρχή του καλοκαιριού και ήλπιζαν ότι ο καιρός θα ήταν καλός, δυστυχώς διαψεύστηκαν. Οι ημερομηνίες των γυρισμάτων συνέπεσαν με τις ημερομηνίες της επετείου της πραγματικής εκκένωσης (27 Μαΐου – 4 Ιουνίου). Αλλά παρόλο που τις κρίσιμες εκείνες μέρες της πραγματικής εκκένωσης του 1940 ο καιρός ήταν ήρεμος, τις ημέρες των γυρισμάτων, η Δουνκέρκη χτυπήθηκε από μεγάλη κακοκαιρία. Μια καταιγίδα ήταν τόσο δυνατή που γκρέμισε κομμάτια του μόλου που είχε μόλις ξαναχτίσει η παραγωγή.

Ο καιρός δεν ήταν το μόνο πράγμα που δυσκόλεψε τα γυρίσματα στην ακτογραμμή. Η παλίρροια ήταν και αυτή ένα εξίσου μεγάλο εμπόδιο για την παραγωγή όπως και για τον στρατό εκκένωσης το 1940. Και όπως ήταν αναμενόμενο, η απότομη μεταβολή των καιρικών συνθηκών δημιουργούσε πολλά προβλήματα και στο script της ταινίας.
Ακόμα ένα δύσκολο εγχείρημα ήταν αυτό του ενδυματολόγου Τζέφρι Κούρλαντ, καθότι έπρεπε να ντύσει εκατοντάδες κομπάρσους. Ο ίδιος έκανε εκτεταμένες έρευνες. Διάβασε βιβλία, επισκέφτηκε το eBay και αγόρασε παλιά περιοδικά της περιόδου. Επίσης, παρακολούθησε παλιά δελτία ειδήσεων, με σημαντικές μαρτυρίες και ντοκουμέντα της εποχής. Η κύρια πρόκληση για την ομάδα του Κούρλαντ ήταν ότι κάθε στολή έπρεπε να ραφτεί από το μηδέν. Η παραγωγή δεν νοίκιασε κανένα ρούχο γιατί φοβήθηκε ότι μπορεί να καταστρέφονταν κατά τη διάρκεια των δύσκολων γυρισμάτων.
Η προσοχή στη λεπτομέρεια δεν περιορίστηκε μόνο στα ρούχα, αλλά και σε πιο μικρές λεπτομέρειες. Ο Στάιλς θυμάται την πρώτη μέρα που έβαλε τη στολή του και βγήκε έξω και ο Κρις Νόλαν του επεσήμανε ότι τα κορδόνια στις μπότες του ήταν δεμένα με λάθος τρόπο. Του εξήγησε ότι οι Βρετανοί στρατιώτες δεν έδεναν σταυρωτά τα κορδόνια τους, ακόμα μία απόδειξη ότι είχε ερευνήσει εξονυχιστικά την περίοδο.

Στη θάλασσα: Μια μέρα

Ενώ μερικές από τις σκηνές στη θάλασσα γυρίστηκαν κοντά στη Δουνκέρκη, οι περισσότερες από τις σκηνές στο Moonstone γυρίστηκαν στην Ολλανδία σε μια ρηχή τεχνητή λίμνη που ονομάζεται Ijsselmeer (το βάθος της είναι 12 με 14 πόδια). Προετοιμάζοντας τα γυρίσματα στο νερό, ο Νόλαν οργάνωσε πολλές εξορμήσεις με το συνεργείο του. Η ιδέα ήταν να πραγματοποιηθούν τα γυρίσματα με κάμερα χειρός, όπου και όσο αυτό ήταν δυνατόν. Το σκάφος κάμερας που χρησιμοποιήθηκε για την ταινία, ήταν μια έξυπνη προσαρμογή του εξοπλισμού Edge που ο Νόλαν είχε χρησιμοποιήσει για τις σκηνές με τις «οδομαχίες» στο σίκουελ του Σκοτεινού Ιππότη.
Για να βοηθήσει στη συγκέντρωση όλων των πλοίων και σκαφών που απαιτούνταν για την παραγωγή, ο Νέιθαν Κρόλεϊ συνεργάστηκε με τον Νιλ Άντρεα, ο οποίος τον βοήθησε να εντοπίσει δεκάδες εναπομείναντα σκάφη εκείνης της περιόδου, σε εννέα διαφορετικές χώρες. Κατά τη διάρκεια της μέρας των γυρισμάτων στη θάλασσα συγκεντρώθηκαν 62 σκάφη στη Μάγχη. Η ομάδα ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένη καθώς μεταξύ αυτών ήταν και μερικά από τα σκάφη που είχαν πραγματικά αποπλεύσει από την Αγγλία το 1940 για να διασώσουν τους άνδρες από την παραλία της Δουνκέρκης, τα οποία είχαν συντηρηθεί από τον σύλλογο Dunkirk Little Ships.

Η παραγωγή αγόρασε και ένα γραφικό γιοτ 40-ποδιών, που ναυπηγήθηκε το 1939, για να χρησιμεύσει ως το Moonstone του κ. Ντόσον. Στο σκάφος θα κυκλοφορούσαν ηθοποιοί, το συνεργείο, ενώ θα έπρεπε να τοποθετηθούν πάνω του κάμερες, οπότε δεν ήθελαν να έχουν περιορισμούς για το πώς θα το χρησιμοποιήσουν. Ο Βαν Χόιτεμα αναφέρει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για αυτόν ήταν να βρει τρόπο να χωρέσει τις ογκώδεις και βαριές κάμερες στο μικρό του κατάστρωμα.
Τα γυρίσματα των σκηνών στο κανάλι της Μάγχης και στη λίμνη σήμαιναν ότι και άλλα τμήματα του συνεργείου παραγωγής έπρεπε να είναι στο νερό, σχηματίζοντας το δικό τους στόλο. Εκτός από τα σκάφη κάμερας, υπήρχαν βάρκες ασφαλείας, σκάφη για το μακιγιάζ και τα χτενίσματα, σκάφη για την γκαρνταρόμπα και πολλά ακόμα. Ακόμη και τα γεύματα του συνεργείου και των ηθοποιών έπρεπε να μεταφέρονται στο νερό.
Ωστόσο, δεν ήταν εφικτό να γίνουν όλα τα γυρίσματα στα νερά της Μάγχης ή του Ijsselmeer. Κάποια από αυτά πραγματοποιήθηκαν στο Stage 16 στο στούντιο της Warner Bros., που διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες δεξαμενές νερού στον κόσμο. Εκεί έγιναν τα γυρίσματα στους εσωτερικούς χώρους πλοίων. Κάποια εξωτερικά έγιναν και στη λίμνη Falls Lake στα Universal Studios, όπου μεταξύ άλλων, προκλήθηκε η βύθιση και ενός πλοίου αξίας 120.000 λιρών.

Στον αέρα: μία ώρα

Καθώς το Moonstone κατευθύνεται προς την Δουνκέρκη, ο κ. Ντόσον, ο Πίτερ και ο Τζορτζ είναι ενθουσιασμένοι βλέποντας ένα RAF Spitfire να πετάει πάνω από τα κεφάλια τους. Για τους ηθοποιούς, αυτό δεν ήταν οπτικό εφέ: όντως τρία vintage Spitfires βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στον ουρανό, ακριβώς από πάνω τους. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της παραγωγής, ο Νόλαν μπήκε ο ίδιος σ’ ένα Spitfire και παρότρυνε τόσο τον Βαν Χόιτεμα όσο και τον Κρόλεϊ να τον συνοδέψουν, ώστε να νιώσουν πραγματικά τη δυναμική των θαυμάσιων αυτών αεροπλάνων που βοήθησαν στη σωτηρία των ανδρών στη Δουνκέρκη.
Για να καταγράψει τις έντονες εναέριες μάχες της ταινίας, ο Νόλαν έφτασε και πάλι στα άκρα, αξιοποιώντας στο έπακρο ό,τι θα μπορούσε να επιτευχθεί με μεγάλες κάμερες. Αναφέρει, «Θέλαμε να δείξουμε τα πάντα από την άποψη των πιλότων, αλλά χρησιμοποιώντας κάμερες IMAX. Ήταν μια μεγάλη πρόκληση να έχουμε αυτήν την τεράστια κάμερα στο πιλοτήριο του Spitfire, αλλά ήμασταν αποφασισμένοι να το καταφέρουμε.»

Το πρώτο βήμα ήταν η απόκτηση των αεροπλάνων. Ο Νέιθαν Κρόλεϊ εξασφάλισε τρία Spitfires – δύο Mark 1s και ένα Mark 5 – καθώς και ένα ισπανικό HA-1112 Buchón για να ντουμπλάρουν τα γερμανικά ME-109s, γνωστότερα ως Messerschmitts. Για να είναι πιο κατανοητή η κινηματογραφική αφήγηση, η παραγωγή αποφάσισε να βάψει κίτρινη τη μύτη των ME-109 Messerschmitts, παρόλο που αυτό συνέβη στην πραγματικότητα μετά το 1942. Ωστόσο, σκέφτηκαν ότι με τον τρόπο αυτό το κοινό θα μπορούσε να τα ξεχωρίζει ευκολότερα από τα γερμανικά αεροσκάφη.

Για να γυρίσει αυτές τις σκηνές δράσης, ο Βαν Χόιτεμα συνεργάστηκε με τον άνθρωπο που ονομάζεται “γκουρού του φακού” της Panavision, τον Νταν Σασάκι. Ο Σασάκι σχεδίασε έναν περιστρεφόμενο φακό τύπου periscope που του επέτρεψε να χωρέσει κάθετα τη μεγάλη κάμερα IMAX στον περιορισμένο χώρο ενός cockpit. Με τον τρόπο αυτό μπορούσαν να κινηματογραφήσουν το οπτικό πεδίο του πιλότου, τη στιγμή που κοιτάζει το τζάμι του αεροπλάνου. Ο Βαν Χόιτεμα προσέλαβε επίσης τον μηχανικό αέρος Άντι Μακ Κλάσκι για να δημιουργήσει μια πλατφόρμα που να επιτρέπει στην IMAX κάμερα να τοποθετείται με ασφάλεια στο Yak.
Επίσης, κάμερες τοποθετήθηκαν και σε ένα ελικόπτερο, αλλά και σ’ ένα αεροπλάνο Αerostar. Ο Νόλαν για αυτό το κομμάτι της ταινίας, αποφάσισε να μην χρησιμοποιήσει green ή blue screens. Προτίμησε να γυρίσει τις σκηνές με τέτοιο τρόπο, ώστε πάντα να έχουν φόντο πραγματικό νερό, πραγματικό ουρανό και φυσικό φωτισμό.

Ο ήχος της Δουνκέρκης

Όταν ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα της ΔΟΥΝΚΕΡΚΗΣ , ο Νόλαν συναντήθηκε ξανά με δύο παλιούς και μακρόχρονους συνεργάτες του, τον μοντέρ Λι Σμιθ και τον συνθέτη Χανς Ζίμερ, για να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο επικό πολεμικό δράμα του. Ο ήχος και η μουσική «παντρεύτηκαν» αρμονικά για να υπογραμμίσουν τον αγώνα ενάντια στον χρόνο.
Ο υπεύθυνος για τον ήχο Ρίτσαρντ Κινγκ ηχογράφησε τον κινητήρα του Moonstone, καθώς και άλλων πλοίων και στη συνέχεια έστειλε το υλικό στη διάθεση του Χανς Ζίμερ. Επεξεργάστηκαν με τέτοιο τρόπο τον ήχο του κινητήρα, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι συνεχώς επιταχύνει. Επίσης, ο Χανς κατέγραψε τον ήχο του ρολογιού του Κρις Νόλαν, που συνδυαζόμενο με τη μουσική, ενέτεινε το αίσθημα αγωνίας. Ύστερα από πρόταση του Νόλαν, ο Ζίμερ «ανάμιξε» στη μουσική του το «Nimrod», του Έντουαρντ Έλγκαρ, καθώς είναι τόσο αγαπητό στους Άγγλους όσο και η ίδια η ιστορία της Δουνκέρκης.
«Βλέποντας την ταινία, θέλουμε το κοινό να νιώσει ότι βρίσκεται στην παραλία της Δουνκέκρης, ότι είναι στο κατάστρωμα του Moonstone και στο πιλοτήριο ενός Spitfire», καταλήγει ο Νόλαν. «Θέλουμε να του προσφέρουμε ένα πολύ έντονο ταξίδι. Να ζήσει μία ολοκληρωμένη εμπειρία. Σαν να είναι πραγματικά εκεί και να μπορεί να νιώσει ό,τι και οι στρατιώτες της Δουνκέρκης το 1940.»

 

Στην «Δουνκέρκη» πρωταγωνιστεί ένα εντυπωσιακό καστ, ανάμεσα στους οποίους οι Φιόν Γουάιτχεντ, Τομ Γκλιν-Κάρνι, Τζακ Λόουντεν, Χάρι Στάιλς, Ανιουρίν Μπαρνάρντ, Τζέιμς Ντ’Άρσι, Μπάρι Κέογκαν, Κένεθ Μπράνα («My Week with Marilyn», «Hamlet», «Henry V»), Κίλιαν Μέρφι («Inception», τριλογία «The Dark Knight»), Μαρκ Ράιλανς («Bridge of Spies», «Wolf Hall») και Τομ Χάρντι («The Revenant», «Mad Max: Fury Road», «Inception»).

Τα γυρίσματα της ταινίας, που πραγματοποιήθηκαν στην Γαλλία, την Ολλανδία, την Μεγάλη Βρετανία και το Λος Άντζελες, έγιναν με έναν συνδυασμό καμερών IMAX® και φιλμ 65mm.

Η ταινία «Δουνκέρκη» προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 24 Αυγούστου 2017 από την Tanweer.