SHARE

Ο Jerry Lewis, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους κωμικούς του αμερικανικού κινηματογράφου, που ανανέωσε την κινηματογραφική κωμωδία την δεκαετία του πενήντα, επαναφέροντας σε αυτήν τα στοιχεία του μπουρλέσκου ή σλάπστικ (ένα είδος χοντροκομμένης φάρσας), που συναντάμε στον βωβό κινηματογράφο και τα κινούμενα σχέδια.

Ήταν το 1943, όταν το 17χρονο, τότε, αγόρι ονόματι Jerry Lewis έκανε το τηλεοπτικό του ντεμπούτο σε έναν μικρό τηλεοπτικό σταθμό των ΗΠΑ που εξέπεμπε μέχρι το Πρίνστον του Νιου Τζέρσεϊ. Μετά την εκπομπή, όλοι οι έφηβοι του σόου μεταφέρθηκαν στο κοντινό πανεπιστήμιο για να συναντήσουν τον καθηγητή Αϊνστάιν, ο οποίος είχε δει το επετειακό αφιέρωμα των πιτσιρικάδων με σκοπό να συνομιλήσει κατόπιν μαζί τους.

«Έκανες καλή δουλειά, νεαρέ», είπε ο θρύλος της επιστήμης στο αστέρι που θα έπρεπε να περιμένει άλλα τρία χρόνια για να ανατείλει!

Για το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του, ο Lewis ήταν μια πολύπλοκη και μερικές φορές “προκλητική” φιγούρα. Μια αναμφισβήτητη κωμική ιδιοφυΐα, καινοτόμος (ήταν ο πρώτος που καθιέρωσε το video assist, ενα πολυεργαλείο για την μετέπειτα γενιά σκηνοθετών), που για περισσότερες από επτά δεκαετίες είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να κάνει τους ανθρώπους να γελούν, όπως είχε πει ο βασιλιάς του γέλιου, ο άνθρωπος-ορχήστρα που άλλοτε ήταν ηθοποιός και τραγουδιστής και άλλοτε παραγωγός ταινιών, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.

Ο Τζόζεφ Λέβιτς, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου 1926 στο Νιούαρκ της πολιτείας Νιου Τζέρσι των ΗΠΑ. Γιος καλλιτεχνών ρωσοεβραϊκής καταγωγής, εγκατέλειψε νωρίς το λύκειο και άρχισε να εργάζεται ως τραγουδιστής σε κινηματογράφους στα διαλείμματα των προβολών και στην συνέχεια σε νυχτερινά κέντρα.

Αμφότεροι οι γονείς του ήταν καλλιτέχνες του βοντβίλ και εμφανίζονταν με το όνομα «Lewis»: ο πατέρας ήταν ο βασικός διασκεδαστής του νούμερου και η μητέρα έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε. Κι έτσι ήδη από την τρυφερή ηλικία των 5 ετών ο μικρός Τζόι, όπως τον λέγανε τότε, ανεβαίνει στη σκηνή των κέντρων διασκέδασης και των καμπαρέ κάνοντας το κοινό να σκάει στα γέλια με τις μιμήσεις και τις χοντροκομμένες φάρσες του.

Αφού απέφυγε τη στράτευση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εξαιτίας του καρδιακού φυσήματος που εμφάνισε, ανέβηκε σόλο για πρώτη φορά στη σκηνή, αν και το νούμερό του πάτωσε και πλέον τα μεγάλα κέντρα του έκλειναν την πόρτα.

Η τύχη όμως είχε άλλα σχέδια για τον μικρό “Τζοι”. Με την μορφή του κωμικού Max Coleman, καλού φίλου του πατέρα του, θα τον πείσει να δώσει άλλη μια ευκαιρία στην κωμωδία, εξασφαλίζοντάς του μια εμφάνιση σε καλό κέντρο της Νέας Υόρκης. Μεταξύ των θεατών ήταν και μερικοί καλοί κωμικοί, που τον προσέλαβαν στα δικά τους σχήματα, κάνοντας έτσι ένα πρώτο ονοματάκι.

Τρία χρόνια αργότερα, απο την πρώτη εμφάνιση το 1943, ο Jerry Lewis θα συναντήσει τον Dean Martin σε μια ευτυχή κωμική συγκυρία, (ένας ερμηνευτής ακύρωσε την τελευταία στιγμή και ο Lewis πρότεινε στον αιθουσάρχη να τον αντικαταστήσει με τον Dean Martin), που θα γεννήσει ένα από τα μυθικότερα δίδυμα της showbiz. Το χοντροκομμένο και σλάπστικ χιούμορ θα πάει τον πολυτάλαντο καλλιτέχνη πολύ μακριά, εξασφαλίζοντάς του εφτά δεκαετίες κινηματογραφικής, τηλεοπτικής, θεατρικής και ραδιοφωνικής καριέρας.

Σύντομα προσέλκυσαν το ενδιαφέρον του Hollywood και το 1949 γύρισαν την πρώτη τους ταινία «Η φίλη μου η Ίρμα» («My Friend Irma»), σε σκηνοθεσία Τζορτζ Μάρσαλ.

Στη διάρκεια των επόμενων δέκα ετών, ο Jerry Lewis και ο Dean Martin με το όνομα «Martin and Lewis» θα κάνουν 16 ταινίες μαζί στην Paramount, από τις οποίες ξεχωρίζουν τα «My Friend Irma Goes West» (1950), «The Stooge» (1952) και «Hollywood or Bust» (1956). Από την πρώτη τους ταινία, όμως, το «My Friend Irma», θα γνώριζαν και εμπορική αλλά και καλλιτεχνική επιτυχία.

Η επιτυχία του ντουέτου, βασίστηκε, κυρίως, στους δύο αντίθετους χαρακτήρες που ερμήνευαν οι δύο ηθοποιοί. Ο Jerry Lewis υποδυόταν τον αιώνιο έφηβο που αρνείται να μεγαλώσει, ενώ ο Dean Martin τον όμορφο, ώριμο και ρομαντικό εραστή.

Ο “επεισοδιακός” χωρισμός του διάσημου ντουέτου, έγινε το 1956. Το άστρο όμως του Lewis θα ανέβει ακόμα πιο ψηλά, δείχνοντας με τον μοναδικό του τρόπο ενα νεο είδος κωμωδίας, συναντώντας τον Φρανκ Τάσλιν (καρτουνίστας και σκηνοθέτης), ο οποίος καταφέρνει να απελευθερώσει τη μεγάλη κωμική φλέβα του ηθοποιού και βοηθάει στην ανάδειξη του πραγματικού ταλέντου του ως μίμου.

Σε ταινίες όπως τα «Artists and Models», 1955, Holywood or Bust, 1956,«The Geisha Boy», 1958 και την μεγάλη επιτυχία «Cinderfella» του 1960, καταφέρνει, είτε μαζί, είτε χωρίς τον Dean Martin, να δείξει το πολύπλευρο ταλέντο του και να γίνει αποδεκτός πρώτα από τους Γάλλους κριτικούς και στην κατόπιν από τους συμπατριώτες του, που μέχρι τότε τόν θεωρούσαν έναν απλό κλόουν.

Μόνος πια, ο Jerry Lewis δεν είχε κανένα πρόβλημα να συνεχίσει την αξιοσημείωτη καριέρα του στη βιομηχανία του θεάματος, τόσο ως ηθοποιός όσο και ως σκηνοθέτης. Η πρώτη του ταινία χωρίς τον Martin ήταν το «The Delicate Delinquent» (1957), το οποίο έγινε απίστευτη επιτυχία και τον εγκαθίδρυσε ως σόλο καλλιτέχνη. Πια ήταν τόσο μεγάλο αστέρι που το 1959 υπέγραψε νέο συμβόλαιο με την Paramount που του έδινε 10 εκατομμύρια δολάρια στο χέρι και το 60% των κερδών κάθε ταινίας, κάτι που ήταν φυσικά η πιο επικερδής συμφωνία που είχε εξασφαλίσει ποτέ αμερικανός καλλιτέχνης της εποχής!

Το χρυσό συμβόλαιο του έδινε επίσης ακόμα μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, καθώς και τη δυνατότητα να περάσει πίσω από τις κάμερες, κάτι που κάνει για πρώτη φορά στην κωμωδία « The Bellboy».

Από το 1960, που ο Lewis αρχιζει να σκηνοθετεί ο ίδιος τις ταινίες του, αποδεικνύει ότι είχε αφομοιώσει την τέχνη τού σκηνοθέτη που είχε μάθει κοντά στον Τάσλιν. Σε ταινίες, όπως το – σχεδόν αυτοβιογραφικό και φόρο τιμής στο βωβό σινεμά μεγάλων κωμικών- The Bell Boy του 1960 και το It’s Only Money, του 1962, κυριαρχούν κυρίως τα σκετς, όπου ο Lewis βρίσκει την ευκαιρία να στήσει μερικά ανεπανάληπτα γκαγκ.

Αντίθετα, σε ταινίες, όπως τα «The Ladies’ Man»,1961 και «The Nutty Professor» του 1963, από τις καλύτερες που γύρισε ο Lewis, έχουμε ολοκληρωμένες ιστορίες, όπου ο πρωταγωνιστής αρχίζει από απλός κλόουν και εξελίσσεται σε έναν πιο σύνθετο χαρακτήρα.

Η σκηνοθετική πορεία του Jerry Lewis θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια με την ίδια πάντα επιτυχία σε ταινίες όπως τα «The Patsy», 1964, «The Family Jewels», 1965, «Three on a Couch», 1966, «The Big Mouth», 1967 και το «Which Way to the Front?», 1970, ταινίες που σατίριζαν είτε την αμερικανική νοοτροπία και τον τρόπο ζωής είτε τον πόλεμο, όπως στην τελευταία από αυτές τις ταινίες.

Ακολούθησαν τρεις ακόμη ταινίες σε δική του σκηνοθεσία: «The Day the Clown Cried», 1972, που παρέμεινε ακυκλοφόρητη, «Hardly Working», 1979, και «Cracking Up», 1983. Παράλληλα συνέχισε να εμφανίζεται στην τηλεόραση και να πρωταγωνιστεί σε ταινίες άλλων σκηνοθετών. Πιο σημαντικοί είναι δραματικοί ρόλοι που ερμήνευσε στις ταινίες του Μάρτιν Σκορσέζε The King of Comedy το 1982 και Arizona Dream του Εμίρ Κουστουρίτσα (1993), ενώ το 1995 εκπλήρωσε τον διακαή πόθο του να πρωταγωνιστήσει σε παράσταση του Μπρόντγουεϊ. H τελευταίες του εμφανίσεις στο σινεμά ήταν στο «Max Rose» του 2016 σε σκηνοθεσία του Ντάνιελ Νόα, ένα πρότζεκτ που χρειάστηκε χρόνια για να ολοκληρωθεί και έκανε την πρεμιέρα του το 2016 στο Φεστιβάλ Καννών και στο αστυνομικό θρίλερ του Άλεξ Μπριούερ «The Trust», ερμηνεύοντας ένα χαρακτηριστικό ρόλο.

Στη βάση της τεράστιας εμπειρίας του ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και κινηματογραφικός παραγωγός, ο Jerry Lewis άρχισε να διδάσκει το 1967 σινεμά στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια. Οι παραδόσεις του συγκεντρώθηκαν το 1971 σε έναν τόμο «The Total Film-Maker», ο οποίος είναι σήμερα βασικό εγχειρίδιο στις αμερικανικές σχολές κινηματογράφου. Ο Jerry Lewis, μπορεί να μην προτάθηκε ποτέ για Όσκαρ, ούτε για κάποιο σημαντικό διαγωνιστικό κινηματογραφικό βραβείο, τιμήθηκε όμως για το σύνολο του έργου του από τα Φεστιβάλ Βενετίας (1999) και Κανών (2013), ενω το 2009, παραλαμβάνει το τιμητικό Οσκαρ για τη φιλανθρωπική του δράση.

Και βέβαια μπορεί στις ΗΠΑ να αποτελεί ογκόλιθο της κωμωδίας, πραγματική όμως καλλιτεχνική αναγνώριση βρήκε στην Ευρώπη και κυρίως στη Γαλλία, όπου απέσπασε βραβεία καλύτερης σκηνοθεσίας τρεις φορές! Όταν μάλιστα έκανε πρεμιέρα το φιλμ του «Hardly Working» στο Παρίσι το 1980, οι μαρκίζες των κινηματογράφων στο Champs Elysees έγραφαν απλά «Jerry». Tο 2006 ο Γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ τόν έχρισε Ιππότη της Τιμής.

Σε μια άγνωστη πλευρά της ζωής του, ο Lewis ήταν διαχρονικά ένας από τους μεγαλύτερους κήρυκες στη μάχη κατά της μυϊκής δυστροφίας. Στον εδώ και μισό αιώνα αγώνα του κατά της νόσου έχει συγκεντρώσει μέσω τηλεμαραθωνίων και άλλων διοργανώσεων περισσότερα από 2,5 δισ. δολάρια, υπηρετώντας ταυτοχρόνως ως πρόεδρος της αμερικανικής ένωσης κατά της μυϊκής δυστροφίας (ως το 2011). Ο εντατικός του αγώνας θα τον φέρει μάλιστα υποψήφιο για το Νόμπελ Ειρήνης το 1977, την ίδια ώρα που βραβεύτηκε με πολλούς επαίνους από μη κυβερνητικά σωματεία όλα αυτά τα χρόνια.

Ο Jerry Lewis, ο βασιλιάς της κωμωδίας, αυτός ο μεγάλος auteur, έφυγε απο την ζωή, στίς 20 Αυγούστου 2017, σε ηλικία 91 ετών….

«Δεν θέλω να με θυμούνται όταν πεθάνω. Θέλω τα καλά λόγια όταν μπορώ να τα ακούσω.»
Jerry Lewis (1926-2017)