SHARE

Έχοντας μπεί στήν τελική ευθεία, για την αλλαγή της (κινηματογραφικής) χρονιάς, ήρθε μαζί και η στιγμή του απολογισμού της.

 

Λίγο άχαρο βέβαια (οχι απο πλευράς γραψίματος), διότι αν έχεις δει (όπως εμείς), τις 200, απο το αριθμό ρεκόρ (για φέτος) των 383 ταινιών καταλαβαίνετε πόσο δύσκολη είναι η σύνταξη μιάς τέτοιας λίστα… Αφήστε δε που ΔΕΝ μας αρέσουν οι λίστες, γιατί όλες οι ταινίες κρατάνε μια ξεχωριστή θέση στήν καρδιά μας

Πρίν ξεκινήσουμε όμως…  μια αποσαφήνιση. Που θέλουμε, δεν θέλουμε επηρεάζει τις επιλογές. Όπως κάθε χρονιά, υπάρχουν κάποιες αναμενόμενες ή πολυσυζητημένες ταινίες που ακόμη δεν είδαμε στην Ελλάδα, όπως τα Lady Bird, Call me by your name και το Shape of the Water του μεγάλου μας παραμυθά Guillermo del Toro, όπως και ταινίες του 2016, τις οποίες για “κάποιο λόγο”, είδαμε το . Για αυτό και εμείς πήραμε την απόφαση να ασχοληθούμε αποκλειστικά με τις ταινίες που προβλήθηκαν απο την αρχή του , εως το τέλος του.

Στο δια ταύτα, οι ταινίες που ξεχωρίσαμε (ναι εμείς οι δυο πιλότοι της στήλης MOVIES-TV, Παναγιώτης Πυλαρινός και Γιάννης Παναγούλιας) το είναι οι εξής (η σειρά παράθεσης δεν είναι αξιολογική – αλλά από την ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες):

Nocturnal Animals

Η ταινία που ξεκίνησε την κινηματογραφική χρονιά είναι (να μιλήσουμε με ποδοσφαιρικούς όρους), το γκόλ απο τα αποδυτήρια!

Υπνωτικό και βάναυσο σε ανάλογες δόσεις, προσεγμένο στο κάθε του πλάνο, το Nocturnal Animals είναι ουσιαστικά μια ιστορία εκδίκησης, όπου η εκδίκηση δεν είναι πάντα τόσο εμφανής, βίαιη και γλαφυρή όσο στα έργα μυθοπλασίας (στην προκειμένη περίπτωση ένα βιβλίο που αφορά ένα άγριο έγκλημα στο Τέξας), αλλά σε μία εκδίκηση που “χώνει το μαχαίρι” βαθιά σε μια άγονη και πληκτική καθημερινότητα, στις λάθος εκτιμήσεις και επιλογές του παρελθόντος και στη σκληρότητα με την οποία συμπεριφερθήκαμε σ’ εκείνους που κάποτε αγαπήσαμε.

Παράλληλα, όμως, γίνεται μια πολύ ατμοσφαιρική ταινία, εγκεφαλικό σαν ψυχογράφημα, με καταπληκτική φωτογραφία και μουσική, αξιοσημείωτες ερμηνείες κι ένα αινιγματικό τέλος που επιδέχεται πολλών ερμηνειών. Ας ελπίσουμε ο Tom Ford να αρχίσει να ασχολείται πιο συχνά με τον κινηματογράφο, αφού παρά την τελειομανία και το στιλιζάρισμα που του καταλογίζουν, ιδέες, που στα χέρια κάποιου άλλου θα μπορούσαν να καταλήξουν κλισέ, στα δικά του καταφέρνουν να ξεχωρίσουν.

 

Split

Ο Shyamalan ξαναβρίσκει την φόρμα του με αυτή την “σπάνια” ταινία τρόμου και μας υπενθυμίζει πόσο τεχνικός “μάστορας” είναι. Φτιάχνει μια άγρια ταινία ψυχολογικού τρόμου που φροντίζει να σε  καθηλώσει, όχι τόσο με φρικαλέες εικόνες τρόμου, όσο με τη “ιδέα” του τρομακτικού που πρόκειται να συμβεί, όπου ξεκινά σαν αγαθό ψέμα και καταλήγει σε μια άγρια ψυχολογική καταιγίδα στήν μαύρη άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής.

 

Get Out

Ντεμπουτάροντας στο σινεμά, ο τηλεοπτικός κωμικός των ΗΠΑ, Jordan Peele, σερβίρει ένα μείγμα τρόμου, επιστημονικής φαντασίας, μαύρου χιούμορ, και κοινωνικής σάτιρας, με παρακαταθήκη (οσο και αν λέει οτι το σενάριο είναι original), την ταινία Society (1989) του Brian Yuzna, με καταπληκτική, όμως, ατμόσφαιρα κι ένα πραγματικά τρομακτικό σχόλιο για τον φυλετικό ρατσισμό. Κορυφαία σκηνή, η σκηνή του υπνωτισμού του κεντρικού χαρακτήρα της ταινίας.

 

Logan

To “Logan” ήταν ένα νέο είδος ταινίας υπερηρώων, αρκετά πιο βαριά και γεμάτη συναίσθημα, ένα υπέροχο τελευταίο αντίο στον Wolverine και μια απόδειξη ότι με την απαραίτητη ελευθερία, ακόμα και οι ταινίες με υπερήρωες μπορούν να έχουν μια πιο δραματική, ώριμη και ειλικρινής μορφή.

In layman’s terms” … η καλύτερη εκδοχή του Wolverine που έχουμε δει μέχρι στιγμής, σε μια ταινία σταθμό για το υπερηρωικό είδος.

 

Wonder Woman

Η της Patty Jenkins δεν ήρθε απλώς να ανανεώσει το υπερ-ηρωικό σύμπαν της DC (Superman, Batman, Suicide Squad κλπ)… αλλά για να ξαναβάλει – και για τα καλά μάλιστα – στόν κινηματογραφικό χάρτη την γυναικεία παρουσία, ένα μέρος, όπου κυριαρχείται από μυώδεις άντρες και διάφορα σκόρπια γυναικεία “άλλοθι” (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η Black Widow-Scarlet Johansson στο σύμπαν της Marvel).

Η Jenkins καθοδηγεί με μαεστρία την απαστράπτουσα Gal Gabot και τον Chris Pine, φτιάχνει με τέχνη ενα πραγματικά χορταστικό origin story, με ισορροπημένη δράση και σεβασμό στήν ηρωίδα της, μια μετα-φεμινιστική και σκεπτόμενη υπερηρωική περιπέτεια, παραλληλίζοντας με αρμονικό τρόπο τον αρχαίο κόσμο των Αμαζόνων με την άνοδο του ναζισμού.

 

Dunkirk

Το όνομά του είναι NolanChristopher Nolan. Απο το μακρινό 1998 και το ασπρόμαυρο indie-διαμαντάκι Following και το Memento του 2000, όπου μας συστήθηκε και επίσημα, ο βρετανός σκηνοθέτης μας έχει δώσει μια μεγάλη ποικιλία επιτυχημένων και αναγνωρισμένων ταινιών. Αντίπαλος της ψηφιακής τεχνολογίας, αλλά μεγάλος οπαδός του IMAX, γεμίζει τις κάμερές του με φίλμ 70mm και πυροβολεί αυτή την φορά στα πεδία μάχης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια ρεαλιστικής σύλληψης, εκκένωση της Δουνκέρκης και καταγράφει μια σύντομη αλλά καθηλωτική επιχείρηση άμυνας και διάσωσης, υπογραμμίζοντας όχι τον θάνατο και την καταστροφή, αλλά την ένταση, τον κίνδυνο, την ελπίδα και την αισιοδοξία.

Με ενα λιτό σενάριο, με μινιμαλιστικά εφε πάνω σε μεγαλειώδεις σκηνές και με έναν Hans Zimmer όπου με το σάουντράκ του δείχνει να βρίσκεται σε απόλυτη σύμπνοια με τις εικόνες που επενδύονται ηχητικά, το γίνεται μια διαφήμιση του σινεμά. Και φυσικά επιβεβαιώνει (ξανά), ότι ο Christopher Nolan αποτελεί έναν από τους πιο αξιόλογους σκηνοθέτες της γενιάς του.

 

Wind River

Το «καυτό» χέρι του Taylor Sheridan, υπεύθυνο για τη συγγραφή των «Sicario» και «Hell or High Water», τούτη τη φορά, μαζί με το μολύβι θα κρατήσει και την κάμερα, παραδίδοντας ένα πόνημα που ξεφεύγει αρκετά από τα στενά πλαίσια ενός φεστιβαλικού γεγονότος.

Tο ολοκλήρωμα της ‘’Τριλογίας της Δύσης’’ (όπως χαρακτηριστικά αποκαλεί ο δημιουργός τα τρία τελευταία σενάρια πάνω στα οποία επικοινωνεί τις ανησυχίες του), κορυφώνεται με ένα δριμύ κατηγορώ, μια ηχηρή γροθιά στα αχαμνά της -ωσάν σε καταστολή- Αμερικής του σήμερα, γύρω από ένα ζήτημα, οι ρίζες του οποίου κρατούν πιο βαθιά ακόμα και από τον ίδιο το ρατσισμό.

Ο Sheridan όπου αποδεδειγμένα ξέρει να δημιουργεί δυνατούς χαρακτήρες με πλοκή που κόβει την ανάσα, εδω ως σκηνοθέτης διαθέτει και κινηματογραφικές αρετές υπογράφοντας ένα δυνατό θρίλερ με απρόσμενες διαστάσεις.
Επηρεασμένος σίγουρα από τον Peckinpah, αλλά και τον Tarantino, δομεί μια ιστορία βίας, αναμοχλεύοντας ένα τεράστιο πρόβλημα του έθνους του, που αναζητάει την δική του ταυτότητα, ενω παράλληλα φαίνεται αρκετά τολμηρός όχι μόνο στο να αφιερώσει την ταινία του σε όλα τα κορίτσια της ινδιάνικης φυλής, αλλά και να φτάσει το μαχαίρι βαθιά στο κόκκαλο, λέγοντας όλα όσα πολλοί θέλουν να ξεχάσουν.

 

IT

Το sleeper hit της χρονιάς, που μας “έκανε” να “επιπλεύσουμε”

Το ““, ένα από τα πλέον αγαπημένα βιβλία τρόμου του Stephen King με φανατικούς αναγνώστες σε όλο τον κόσμο και χρονολογία κυκλοφορίας το 1986 αποτελεί ένα από τα καλύτερα βιβλία τρόμου των τελευταίων δεκαετιών και ένα από τα καλύτερα βιβλία στην πλούσια βιβλιογραφία του συγγραφέα.
Και να που, 27 χρόνια μετά (όπως ακριβώς μας δηλώνει και ο St. King), ήρθε ένας σκηνοθέτης, “ανακάλυψη” του Guillermo del Toro (έκανε και την παραγωγή στήν πρώτη του ταινία “Mama”), ο Andy Muschietti, να σηκώσει στίς κινηματόγραφικές του πλάτες, την βαριά αυτή κληρονομιά, να την εκσυγχρονίσει, κρατώντας παράλληλα την μουντή και βαριά ατμόσφαιρα του Derry απο το μακρινό 1989, να μην αναλωθεί σε φθηνά κόλπα εντυπωσιασμού και να εκμοντερνίσει τον θρύλο, παραδίδοντας έτσι σε μια νεα γενιά θεατών, μια ταινία “έξυπνου τρόμου” και φυσικά τρομερής εισπρακτικής επιτυχίας.

 

Detroit

Η Kathryn Bigelow, καταγράφει με ένα ντοκιμαντερίστικο στιλ κινηματογράφησης, συνοδεύομενο από ένα εκκωφαντικό ηχητικό τοπίο και μας μεταδίδει τον παραλογισμό εκείνων των ημερών, ενω παράλληλα, παίρνει σαφέστατα και ανοιχτά θέση απέναντι στα γεγονότα. Μιλάει “εξω απο τα δόντια” για ένα κράτος που αστυνομοκρατείται, για μια εξουσία που τροφοδοτεί τον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις και κρούει των κώδωνα του κινδύνου, ότι ανάλογες καταστάσεις ελλοχεύουν και είναι πολύ κοντά μας.

Στο «Detroit», όμως, η βία είναι ουσιαστικά μια ώχρα. Αν και φέρει ταυτότητα, αποτελεί μια φωτογραφία σε ένα γενικότερο φαινόμενο που δεν βρίσκει γαλήνη, δεν γνώρισε ποτέ σύνορο. Και αδικαιολόγητα, μαστίζει το ανθρώπινο γένος ακόμα και σήμερα…

 

Mother!

Προσπαθώ να φέρω στήν μνήμη μου (τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια), ταινία που να έχει διχάσει τόσο πολύ. Διάολε, ακόμα και τα poster απο την επιθετική διαφημιστική καμπάνια ήταν “διπρόσωπα”. Αλλά κυριές και κύριοι, αυτός είναι ο Darren Aronofsky, όπου εδω επιστρέφει με μια “σκοτεινή” ταινία πολλαπλών αναγνώσεων.

Στο «», όμως το να κρίνεις βαθμολογικά το αποτέλεσμα, είναι σαν να προσπαθείς να κάνεις κάτι παρόμοιο σε ένα πίνακα του Rebrand ή του Picasso. Κάθε θεατής χωριστά, υποκειμενικά, δεδομένου της ιδιοσυγκρασίας, της παιδείας αλλά και της αντίληψης που κατέχει, έχει γνώμη, μπορεί να την εκφέρει και για αυτό εγκαλείται νοητά από το σκηνοθέτη. Όσο προβοκατόρικη και ακραία μπορεί να θεωρηθεί -σε στιγμές- η άποψη του, το κοινό που τελικά τόλμησε να την παρακολουθήσει (ακόμα και αν θεωρήσει ότι παραπληροφορήθηκε από την προώθηση της ταινίας), συμμετείχε σε αυτόν τον αλληγορικό εφιάλτη, με τρόπο που σπάνια συναντάς στις μέρες μας σε αμερικανική παραγωγή. Το μόνο που χρειάζεται είναι η «επώαση» του συμπεράσματος, κάτι που μόνο η πάροδος του χρόνου μπορεί να επιφέρει.

 

Brawl in Cell Block 99

Ο Vince Vaughn ξυρίζει το κεφάλι του, ρίχνει τούς τόνους και την σήμα κατατεθέν, λογοδιάρροια του και με σύμμαχο τον σκηνοθέτη της ταινίας έκπληξη Bone Tomahawk, S. Graig Zahler, φέρνει στο πανί εικόνες βίας και μίσους, πασπαλισμένες με τον ανάλογο ηχητικό κρότο, απο το σπάσιμο χεριών και ποδιών, με μόνο όπλο τα γυμνά του χέρια. Heads down… η πιο ωμή και πιο βίαιη ταινία του .

 

The Killing of a Sacred Deer

Ο Γιώργος Λάνθιμος μετά από τον «Αστακό», εμπνέεται από την « Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη και μαζί με τον σταθερό του συνεργάτη Ευθύμη Φιλίππου, υπογράφει μια σκοτεινή υπαρξιακή αλληγορία, για την οποία απέσπασε στις Κάννες το Βραβείο Σεναρίου.

Ξεκάθαρος περισσότερο από ποτέ, ο Λάνθιμος, σε καθιστά συμμέτοχο στα όσα διαδραματίζονται, ανεξάρτητα της ιδιοσυγκρασίας σου. Σε «χτυπά» ανελέητα από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι και το τελευταίο, δανειζόμενος αριστουργηματικά κάθε επιτυχημένο μουσικό κάδρο ή τεχνική κινηματογράφησης από ταινίες του παρελθόντος (φόρος τιμής σε Kubrick και Ligeti), που γνωρίζεις και έχεις επευφημήσει.

Εκεί που τόσοι άλλοι έχουν αποτύχει παταγωδώς τα τελευταία χρόνια, ο καλλιτέχνης σε συνεργασία με το δεξί του χέρι Ευθύμη Φιλίππου, εύστοχα συντάσσουν έναν κόσμο όπου ο φόβος πλαισιώνει τα πάντα εμφατικά, απειλητικά, τελεσίδικα. Πατώντας στίς αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης, που αγκαλιάζουν πότε το μεταφυσικό και πότε το ρεαλιστικό, ισορροπεί σε κάθε διάσταση της θεματικής τους και με μια εξαιρετική σκηνοθεσία, όπου η κάμερα κινείται και παραμονεύει τους χαρακτήρες σε κάθε τους βήμα, ο Λάνθιμος υπογράφει την πιο άρτια κινηματογραφικά ταινία του, αναλογιζόμενος τελικά τι σημαίνει θυσία και γιατί αυτή είναι αναπόφευκτη.

 

The Square

Άκρατος σουρεαλισμός και ώριμη σάτιρα, «δουλεμένα» από τον Σουηδό Ruben Östlund (Force Majeure), που αφού παραμερίσει τη σοβαροφάνεια και τα αποστειρωμένα «δήθεν» των καιρών μας, αποδομεί ολοκληρωτικά, την κομφορμιστική ταυτότητα όσων καθημερινά ευαγγελίζονται κοινωνίες ομοψυχίας, σεβασμού και αλληλεγγύης και καταλήγουν λίγα μέτρα πιο κάτω, εκ του φυσικού τους μάλιστα, τις περισσότερες φορές, το χειρότερο παράδειγμα ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας.

 

Star Wars: The Last Jedi

Το «Star Wars: The Last Jedi», ως ξεχωριστή εκδοχή, στέκεται επάξια σε ένα σύμπαν που μοιάζει να συντηρεί μια κάποια επαναληπτικότητα. Οταν όμως το συντάξεις χρονικά μαζί με κάθε προγενέστερο φιλμ, ορίζεται σαν το κομβικό κομμάτι σε ένα παζλ, που κρίνεται απαρατήρητο να συστηθεί στο κοινό, αφού γίνεται κατανοητό, πως για πολλά χρόνια ακόμα (και γενεές αργότερα), η συγκεκριμένη Saga θα συνεχίσει να ψυχαγωγεί με τις περιπέτειες των ηρώων της. Αδιαμφισβήτητα, η εμπειρία οπτικά και ακουστικά συναρπάζει, κερδίζει στα σημεία και δημιουργεί νέα «Ελπίδα» για το μέλλον της έβδομης (mainstream) τέχνης. Βλέπεις, κάπως έτσι, ρομαντικά, με ολίγη αφέλεια, ξεκίνησαν όλα κάποτε, σε ένα γαλαξία όχι και τόσο μακριά…

 

The Florida Project

Μια έξυπνη κριτική για την “άλλη” Αμερική, με περιθωριακούς ήρωες σε μια περιπέτεια ενηλικίωσης, όπου που το δράμα αντισταθμίζεται από τα γέλια και τις ζαβολιές των παιδιών.

Ο Sean Baker ένας από καλύτερους ανεξάρτητους Αμερικανούς σκηνοθέτες, που είχε προκαλέσει μεγάλη αίσθηση με το «Tangerine», γυρισμένο αποκλειστικά από ένα I- Ρhone, ανατρέπει όλα τα παραμύθια, έτσι όπως μας τα δίδαξε η “μαμά” Disney.

Τραγική (αλλά και εξεπίτηδες αναφερόμενη), ειρωνεία; Florida project ήταν ένα φιλόδοξο σχέδιο της Disney για την κατασκευή του θεματικού πάρκου στην περιοχή, που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.
Εκεί όμως, σε ένα μπλοκ από μοτέλ που μοιάζουν με παραμυθένια κάστρα και πειρατικά πλοία,- πάλαι ποτέ καταλύματα τουριστών -, πλέον διαμένουν φτωχές οικογένειες που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μόνιμη κατοικία.

Ο Baker κινηματογραφεί το καλοκαίρι της μικρής Μούνεϊ (εκπληκτική και σπιρτόζα η μικρή Brooklynn Prince), που βρίσκει την περιπέτεια και τη χαρά που της στέρησε ένα σύστημα στα πιο απλά πράγματα, ανακαλύπτοντας μέσα στην παρακμή την ομορφιά, με μια μελαγχολική διάθεση αλλά και με απαστράπτουσα φωτογραφία τύπου καρτ ποστάλ, δίνοντας τελικά το δικαίωμα σε όλα αυτά τα πλάσματα να υπάρξουν. Φοβερός επίσης και ο Willem Dafoe, όπου μάλιστα είναι υποψήφιος για τη Χρυσή Σφαίρα Β ανδρικού ρόλου και πολύ δύσκολα θα τη χάσει όπως όλα δείχνουν και που ίσως να τον οδηγήσει μέχρι (γιατί οχι) και τα Oscar.

Η πιο… ταινία, ενα διαμαντάκι που σπάνια πλέον συναντάς και που σίγουρα πρέπει να το ανακαλύψεις, καθώς παίζεται ακόμα στούς κινηματογράφους.

 

Θα κλείσουμε αυτή την (πιστεύουμε να βρήκατε) ενδιαφέρουσα ανασκόπησή μας, με δυο ένοχες απολαύσεις:

 

Atomic Blonde

Atomic Blonde …ενα “guilty pleasure“, τυλιγμένο σε συσκευασία μιάς b-movie απο μια άλλη εποχή, με ιδιαίτερη vintage αισθητική, δυναμική σκηνοθεσία και μια Charlize Theron, που ισοπεδώνει τα πάντα με το ακαταμάχητο σεξ απίλ της.

 

Logan Lucky

Ο Soderbergh, ένας από τους καλύτερους Αμερικανούς δημιουργούς, φτιάχνει μια “πολιτική” κωμωδία, ασκώντας με βιτριολικό χιούμορ κριτική στην πατρίδα του. Καταφέρνει να αποτυπώσει με αδρές γραμμές την καρδιά των ΗΠΑ σε όλο της το κιτς μεγαλείο των παιδικών καλλιστείων, την έλλειψη ουσιαστικής παιδείας και καλλιέργειας, που οδηγούν σε αναίτιους πολέμους, υπερκατανάλωση και μανία για λίγα λεπτά διασημότητας με κάθε κόστος.

Σας ευχόμαστε ολόψυχα Χρόνια Πολλά και φυσικά με το καλό ο νέος (κινηματογραφικός) χρόνος…