Movies - TV

Οι ταινίες της εβδομάδας (15/03/2018 – 21/03/2018)

Χαμός στίς σκοτεινές αίθουσες και τούτη την κινηματογραφική εβδομάδα, με ούτε μια, ούτε δυο ….αλλά με εννέα! φρεσκότατες κυκλοφορίες.

Η βραβευμένη Alicia Vikander παίρνει τα ηνία από την Anjelina Jolie στο reboot των ταινιών με πρωταγωνίστρια τη δαιμόνια αρχαιολόγο του αξέπαραστου video game Tomb Raider, ενω ο ταλαντούχος David Oyelowo (Selma), η Charlize Theron σε έναν ρόλο έκπληξη και ο Joel Edgerton πρωταγωνιστούν στήν μαύρη κωμωδία δράσης Gringo.

Η 89χρονη “γιαγιά” της nouvelle vague Agnès Varda και ο διεθνώς αναγνωρισμένος 33χρονος φωτογράφος και εικαστικός JR, μας ταξιδεύουν στα χωριά της Γαλλίας με το υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ Faces Places, o Xavier Legrand αφού σόκαρε το γαλλικό κοινό και κέρδισε εξ’ ολοκλήρου τους κριτικούς, έρχεται και στήν Ελλάδα με το βραβευμένο σκληρό οικογενειακό δράμα “Μετά τον Χωρισμό“, οι Fabio Grassadonia & Antonio Piazza με το Sicilian Ghost Story επανεξετάζουν τον μύθο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στον ανελέητο κόσμο της μαφίας και η Marine Francen (βοηθός του Μ. Haneke, και Ο. Assayas) κάνει το ντεμπούτο της με το γαλλικό δράμα εποχής “Ο Θεριστής” βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

Η Ιάπωνα σκηνοθέτης Naomi Kawase έρχεται με την σινεφίλ ερωτική ιστορία “Τυφλή Αγάπη“, που λάτρεψαν κοινό και κριτικοί στο περσινό φεστιβάλ Καννών, o Jaume Balagueró (Rec) μας ρίχνει στα βαθιά του ισπανικού τρόμου με την “Μούσα” του και ο Tayfun Pirselimoglu με την ταινία του Sideway συνθέτει μια κοινωνική αλληγορία με έντονα στοιχεία φαντασίας.

 

Ας δούμε όμως αναλυτικά τις νέες ταινίες της εβδομάδας:

 

Tomb Raider

Λίγα λόγια για την ταινία: Η βραβευμένη με Όσκαρ Alicia Vikander παίρνει τα ηνία από την Anjelina Jolie στο reboot των ταινιών με πρωταγωνίστρια τη δαιμόνια αρχαιολόγο του αξέπαραστου video game Tomb Raider. Εδώ η νεαρή Lara αναζητά τα ίχνη του μυστηριωδώς εξαφανισμένου πατέρα της και ξεκινάει για τον τελευταίο γνωστό προορισμό του, έναν τύμβο σε ένα μυθικό νησί.

 

Άποψη: Διαβάστε την κριτική της ταινίας εδω

 

Gringo

Λίγα λόγια για την ταινία: Ο Χάρολντ (ο υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα David Oyelowo) είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Είναι ένας πιστός σύζυγος και αφοσιωμένος υπάλληλος μιας φαρμακευτικής εταιρείας που πρόκειται να μπει στο χρηματιστήριο. Η δουλειά του, ο γάμος του και η ζωή του ολόκληρη θα τεθούν υπό αμφισβήτηση όταν, κατά τη διάρκεια ενός επαγγελματικού ταξιδιού στο Μεξικό, ο ίδιος θα βρεθεί σε κίνδυνο. Πισώπλατα μαχαιρώματα από αδίστακτα αφεντικά (η βραβευμένη με Όσκαρ Charlize Theron και ο υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα Joel Edgerton), βαρόνοι ναρκωτικών και μυστικές αποστολές είναι μερικά από όσα έχει να αντιμετωπίσει καθώς περνά τα όρια της νομιμότητας κι από φιλήσυχος πολίτης γίνεται καταζητούμενος εγκληματίας!  Είναι έξω από τα νερά του – ή μήπως μέσα σε αυτά;

Άποψη: Τα αδέρφια Joel και Nash Edgerton συνεργάζονται σκηνοθετικά με τούς Anthony Tambakis και Matthew Stone σεναριακά και συνδυάζοντας τη σκοτεινή κωμωδία με δραματικές ίντριγκες, χαράζουν την πορεία τους πέρα ​​από τα σύνορα του Μεξικό, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνονται για τον ήπιο επιχειρηματία Χάρολντ Σογίγκα, όταν ένα επαγγελματικό ταξίδι στο Μεξικό καταλήγει σε μια (σχεδόν) ξεκαρδιστική περιπέτεια που φέρνει έναν νόμιμο και φιλήσυχο πολίτη αντιμέτωπο με βαρόνους ναρκωτικών και μυστικούς πράκτορες.

Πιο συγκεκριμένα, ο Χάρολντ δουλεύει ως μικρομεσαίο στέλεχος σε μια φαρμακευτική εταιρεία, η οποία έχει ένα εργαστήριο στο Μεξικό όπου κατασκευάζει χάπια κάνναβης. Τα χάπια αυτά τα θέλει ο Μαύρος Πάνθηρας όπως αυτοαποκαλείται ο αρχηγός του καρτέλ, ένας αποτυχημένος υπάλληλος σε μαγαζί με μουσικά όργανα που του ανέθεσαν να τα κλέψει, καθώς και οι ίδιοι οι διευθυντές της φαρμακευτικής εταιρείας που θέλουν να κρατήσουν τη παραγωγη για τον εαυτό τους χωρίς να εξαρτώντε από άλλους παράγοντες. Και στη μέση όλων αυτών ο κακόμοιρος ο Χάρολντ.

Το Gringo κρατάει έναν αρκετά καλό ρυθμό με ένα διασκεδαστικό σενάριο. Με πολλά σεναριακά twist, λίγες παραπάνω υποπλοκές αλλά χάρη στις προσπάθειες ενός ταλαντούχου cast και σκηνοθετικής κατεύθυνσης, αυτό το περιέργο μίγμα κυνικής φάρσας και βίαιης δράσης προσφέρει μερικές απολαύσεις στην διάρκειά του… αλλά όχι αρκετές.

Αν αφαιρούσαμε κάποια ελαττώματα στο σενάριο, το Gringo θα ήταν η “ευχάριστη έκπληξη”, παρόλα αυτά γίνεται ανεκτή, και κατατάσσεται στη κατηγορία ως άλλη μια ταινία που μπορούμε να δούμε για να περάσει διασκεδαστικά η ώρα μας. 

2,5/5

 

 

Faces, Places

Λίγα λόγια για την ταινία: Η 89χρονη “γιαγιά” της nouvelle vague Agnès Varda και ο διεθνώς αναγνωρισμένος 33χρονος φωτογράφος και εικαστικός JR, συνεργάστηκαν στη σκηνοθεσία αυτού του μαγευτικού οδοιπορικού που συνδυάζει το ντοκιμαντέρ με την ταινία δρόμου. Συγγενικές ψυχές, η Varda και ο JR μοιράζονται το πάθος για τις εικόνες και πώς αυτές δημιουργούνται, παρουσιάζονται και μοιράζονται. Μαζί, ταξιδεύουν σε χωριά της Γαλλίας στο φορτηγό – φωτογραφικό θάλαμο του JR, συναντούν ντόπιους, καθημερινούς ανθρώπους, μαθαίνουν τις ιστορίες τους και δημιουργούν τεράστια πορτρέτα τους. Οι φωτογραφίες τοποθετούνται σε τοίχους σπιτιών, σε αχυρώνες, σε εργοστάσια, ακόμα και σε τρένα, αποκαλύπτοντας την ανθρώπινη φύση και την ιστορία όσων φωτογραφίζουν αλλά και των ίδιων των δημιουργών.

Άποψη: Η ταινία καταγράφει τις ζεστές και απρόβλεπτες συναντήσεις και το αποτύπωμα που αφήνουν, καθώς και τη φιλία που ολοένα και δυναμώνει ανάμεσα στους δυο σκηνοθέτες που όσο ταξιδεύουν εμπιστεύονται ακόμα περισσότερο ο ένας τον άλλον. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας αριστουργηματικός ύμνος στην ομορφιά των απλών ανθρώπων και των απρόσμενων ιστοριών τους, μια αξιοθαύμαστη δημιουργία που συνδέει τους ανθρώπους με το τοπίο στο οποίο ζουν και ταυτόχρονα φτιάχνει και ένα χώρο στον ίδιο τόπο και για τον καλλιτέχνη.

Καθώς προχωρούν, μερικές φορές χαρούμενοι, μερικές φορές μελαγχολικοί, δημιουργείται ένα διπλό πορτρέτο των καλλιτεχνών. Και αυτό είναι πολύ συγκινητικό. Το βλέμμα της Varda, το οποίο την “εξυπηρετούσε” τόσα πολλά χρόνια, γίνεται όλο και πιο έντονο. Ταυτόχρονα, συνέχεια αναρωτιέται γιατί ο JR φοράει πάντα σκούρα γυαλιά. Μια συνήθεια, που όπως μας λέει, της θυμίζει έναν παλιό φίλο, τον Jean-Luc Godard. Η ομοιότητα αυτή δημιουργεί και το φινάλε της ταινίας, το οποίο είναι αινιγματικό, αλλά τελικά εορταστικό. Και διαχωρίζει τη γραμμή μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας τόσο έντονα ώστε οι “δονήσεις” θα παραμείνουν στην καρδιά σας για μερικές ημέρες μετά απο την έξοδο σας απο την αίθουσα.

Η ταινία έκανε την Παγκόσμια Πρεμιέρα της στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Καννών αποσπώντας το Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ (ανάμεσα στα ντοκιμαντέρ σε όλα τα προγράμματα του Φεστιβάλ) και συνέχισε τη φεστιβαλική πορεία της στα Φεστιβάλ του Τορόντο, όπου κέρδισε το Βραβείο Κοινού, της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου, του Σαν Σεμπαστιάν και του εκλεκτικού Τέλιουραϊντ ανάμεσα σε πολλά άλλα, ενώ ήταν και  Υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ.

4/5

 

 

Custody / Jusqu’à la garde

Λίγα λόγια για την ταινία: Μετά το διαζύγιο τους, η Μίριαμ και ο Αντουάν παίρνουν την από κοινού κηδεμονία του γιού τους Ζουλιάν, παρά την αντίθεση της Μίριαμ. Ο Αντουάν, που δεν αντέχει τον χωρισμό με τη γυναίκα του, καταφέρνει με αυτόν τον τρόπο να παραμείνει κοντά της. Όμηρος ενός ζηλιάρη και βίαιου πατέρα, και ανθρώπινη ασπίδα για μια κυνηγημένη μητέρα, ο Ζουλιάν φτάνει στα άκρα για να διασφαλίσει ότι δεν θα συμβεί το χειρότερο.

Άποψη: Το 2013, ένας πρωτοεμφανιζόμενος Γάλλος σκηνοθέτης θα βρεθεί στις υποψηφιότητες των OSCAR, με την μικρού μήκους ταινία του «Just Before Losing Everything», η οποία λίγο μετά θα βραβευτεί και με το Σεζάρ Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους.

4 χρόνια μετά ο Xavier Legrand θα συνεχίσει την ιστορία της μικρού μήκους ταινίας του από εκεί που την άφησε, παρακολουθώντας τους ίδιους χαρακτήρες… “Μετά τον Χωρισμό”.

Ο σκηνοθέτης Xavier Legrand εδώ παίρνει τη βασική ιδέα, της ταινίας Just Before Losing Everything του 2013, για να εξερευνήσει και στήν ουσία να αποκαθηλώσει την εικόνα της “αγίας οικογένειας”, καθώς αποκαλύπτει τις εντάσεις, τα ψέματα και τους ελαττωματικούς αμυντικούς μηχανισμούς των χωρισμένων γονέων καθώς και τα εφηβικά παιδιά τους. Συγκεντρωμένος και ενήμερος με εντυπωσιακή ακρίβεια, το εντυπωσιακό ντεμπούτο πείθει πλήρως ψυχολογικά, αντισταθμίζει την απουσία μιάς πιο ουσιαστικής πλοκής με τις δυνατές ερμηνείες των ηθοποιών, οι οποίοι συμβάλλουν στη δημιουργία ενός εφιαλτικού κλίματος, υποστηρίζοντας την επαναληπτικότητα μοτίβων, που αργά και σταθερά οδηγούνται σε μια εκρηκτική κορύφωση.

3/5

 

 

Sicilian Ghost Story

Λίγα λόγια για την ταινία: Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’90, σε ένα απομονωμένο χωριό της Σικελίας. Μια μέρα ο 13χρονος Τζουζέπε εξαφανίζεται. Το χωριό δεν αντιδρά. Οι Αρχές εγκαταλείπουν τις προσπάθειες αναζήτησής του. Η Λούνα, η συμμαθήτριά του, που είναι δειλά ερωτευμένη μαζί του, αποφασίζει να σπάσει την σιωπή που καλύπτει την εξαφάνιση του φίλου της, ακόμη κι αν κάποιοι πιστέψουν ότι έχασε τα λογικά της. Για να τον βρει όμως, θα πρέπει να βουτήξει στα σκοτεινά νερά της κοντινής λίμνης, να ρισκάρει την ίδια της τη ζωή στο σκοτεινό κόσμο όπου ο φίλος της φυλακίστηκε. Στα όρια του φανταστικού και του πραγματικού, η ταινία επανεξετάζει τον μύθο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στον ανελέητο κόσμο της μαφίας. 

Άποψη: Η αληθινή ιστορία της απαγωγής ενός νεαρού αγοριού από τη Μαφία που σόκαρε την Ιταλία των 90s, εμπνέει το σκηνοθετικό δίδυμο των Grassadonia και Piazza οι οποίοι, μετά το εξαιρετικό Salvo, επιστρέφουν με ένα σκοτεινό παραμύθι που υφαίνεται περίτεχνα γύρω από τα πραγματικά γεγονότα ενός αποτρόπαιου εγκλήματος. Με δάνεια από τη μυθολογία και χρήση λογοτεχνικών μοτίβων από το σινεμά του φανταστικού, στο Sicilian Ghost Story οι σκηνοθέτες πειραματίζονται επιτυχώς με τα κινηματογραφικά είδη για να αφηγηθούν μία ατμοσφαιρική και εξόχως συγκινητική ιστορία αγάπης.

Μια αναπάντεχα όμορφη ταινία όσον αφορά στο οπτικό της μέρος και γραμμένη σαν ένα εφιαλτικό παραμύθι. Μία ωδή στην αντίσταση και την αξιοπρέπεια, με ενα σενάριο που αναθεωρεί τους άγραφους κανόνες του είδους ταινιών Ιταλικής Μαφίας. Οι Fabio Grassadonia και Antonio Piazza δημιουργούν μια εξαιρετικά φιλόδοξη, σκοτεινή και ιντριγκαδόρικη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία. Με “οδηγό” μια σειρά από άλλες ταινίες, κυρίως τον «Λαβύρινθο του Πάνα» για τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζουν τα παραμύθια με τον φασισμό, με τούς σκηνοθέτες όμως να απομακρύνονται από τα μυθικά πλάσματα ή από τον μαγικό αυτό τόπο. Η υποκίνηση παιδικών μύθων βασίζεται περισσότερο στην αληθινή ύπαιθρο και η σκηνοθεσία δεν λέει απλά μια ιστορία, αλλά μας κάνει να νιώσουμε την επίπτωση, με αποτέλεσμα να ανυψώνεται από την πίστη της στη φαντασία.

3,5/5

 

 

Le semeur

Λίγα λόγια για την ταινία: Η Βιολέτ είναι σε ηλικία γάμου το 1852 όταν ξαφνικά όλοι οι άνδρες του χωριού αναγκάζονται να το εγκαταλείψουν λόγω του πολέμου. Οι γυναίκες περνούν μεγάλο διάστημα απομονωμένες, κάνοντας όλες τις εργασίες μόνες τους, και παίρνουν έναν όρκο: Εάν εμφανιστεί κάποιος άνδρας, θα είναι για όλες τους. «Ο Θεριστής» είναι βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα.

 

 

Hikari / Radiance

Λίγα λόγια για την ταινία: Η Misako κάνει ηχητικές αποδόσεις σε ταινίες για άτομα με προβλήματα όρασης. Σε μια προβολή, συναντά τον Nakamori, έναν παλιό φωτογράφο ο οποίος χάνει αργά την όρασή του. Η Misako σύντομα ανακαλύπτει τις φωτογραφίες του Nakamori, οι οποίες θα την φέρουν πίσω στο παρελθόν της. Μαζί, θα μάθουν να βλέπουν τον κόσμο πιο λαμπερό και φωτεινό.

Άποψη: Με το Radiance η μινιμαλίστρια Naomi Kawase συνθέτει μια σινεφίλ ερωτική ιστορία, μια μεταφορά για την ανάγκη επικοινωνίας και την ανάγκη ώστε να φανταστεί κανείς τι πιστεύουν, βλέπουν και νιώθουν οι άλλοι άνθρωποι. Με βασικό θέμα των ηρώων της, την κοινή τους αγάπη για τον κινηματογράφο, η Kawase γεφυρώνει τις όποιες πολιτισμικές διαφορές, με τον ίδιο τρόπο που οι ίδιοι ξεπερνούν τα δικά τους εμπόδια. Δημιούργει μια ήπια, μερικές φορές στοχαστική παρατήρηση σχετικά με τα μηνύματα, την αντίδραση και την ικανότητά μας να επικοινωνούμε. Χρησιμοποιώντας μια αρκετά έξυπνη ιδέα – τη διαδικασία δημιουργίας περιγραφών ήχου για τους τυφλούς και μερικώς παρατηρημένους – η Kawase μας δείχνει την πνευματική και συναισθηματική πολυπλοκότητα που ασχολείται με τη χρήση της γλώσσας, τονίζοντας ταυτόχρονα τη δυσκολία να αποφασίσουμε ποιες λέξεις να εγκαταλείψουμε και ποιες να αφήσουμε έξω.

3/5

 

 

Muse

Λίγα λόγια για την ταινία: Ο Σάμουελ Σάλομον, ένας καθηγητής λογοτεχνίας που είναι άνεργος από τότε που η φίλη του βρήκε τραγικό θάνατο, υποφέρει από ένα συνεχόμενο εφιάλτη όπου μια γυναίκα δολοφονείται βάναυσα σε μια παράξενη τελετή. Όταν η γυναίκα που έχει στοιχειώσει τις νύχτες του, βρίσκεται νεκρή στην πραγματικότητα, ο Σάμουελ, ψάχνοντας απαντήσεις θα καταφέρει να βρεθεί στον τόπο του εγκλήματος. Εκεί, θα συναντήσει την Ρέιτσελ, η οποία είχε τον ίδιο εφιάλτη με εκείνον και μαζί θα κάνουν τα πάντα να ανακαλύψουν την ταυτότητα της μυστηριώδους γυναίκας, μπαίνοντας σε έναν τρομακτικό κόσμο που ελέγχεται από φιγούρες που ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες μέσα στο χρόνο: τις Μούσες!

Άποψη: O πρωτεργάτης του νέου κύματος του Ισπανικού σινεμά τρόμου και δημιουργός της σειράς ταινιών REC Jaume Balagueró μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το best seller του βραβευμένου Χοσέ Κάρλος Σομόθα “Η γυναίκα με το νούμερο 13”. Αυτή τη φορά ο Balagueró απομακρύνεται από το αίμα και αναδεικνύει το θέαμα του REC σε μια πιο κλασσική και ατμοσφαιρική προσέγγιση, κάνοντας καλή χρήση του τοπίου της Ιρλανδίας όπου και διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Αυτό σημαίνει επίσης ότι στηρίζεται περισσότερο στην οικοδόμηση της έντασης παρά στα καθιερωμένα (πλέον) jump scares για να παραδώσει τη φρίκη. Το πρόβλημα όμως στη συγκεκριμένη ταινία είναι το αδέξιο σενάριο, το οποίο αν και προέρχεται από έναν μύθο που έχει σαν βάση την έμπνευση και τη δημιουργία, την κατάρα του ποιητή και την κάθαρσή του, παραβλέπει αυτή τη σημαντική διάσταση της δαντικής παραβολής κι έτσι περιορίζεται σε μια ιστορία με σατανικές μάγισσες, που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Τούτου λεχθέντος, η Μούσα δεν είναι μια πλήρης καταστροφή αλλά καταφέρνει να είναι “διασκεδαστική”, μακριά όμως απο το αναμφισβήτητο ταλέντο του Jaume Balagueró

1,5/5

 

 

Sideway

Λίγα λόγια για την ταινία: Ένας νεαρός άνδρας φτάνει σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Ένα παράξενο καράβι αγκυροβολημένο στα ανοιχτά, ένας διαπεραστικός ήχος που ακούγεται παντού, φωτιές, αγνοούμενοι και άλλες περίεργες ενδείξεις, οδηγούν τους κατοίκους της να πιστεύουν οτι έρχεται η μέρας της κρίσης. Οι φήμες ξεδιπλώνουν ιστορίες που ξεπερνούν την φαντασία του. Σύντομα θα γίνει μάρτυρας μιας βίαιης δολοφονίας. Όλα ανατρέπονται όταν η νοσοκόμα της πόλης, με την οποία έχει αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση, θα ανακαλύψει ένα παρίεργο σημάδι στην πλάτη του. Η φήμη διαδίδεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Μήπως είναι ο Μεσσίας που όλοι περιμένουν;

Μια ελληνοτουρκική παραγωγή με ποιητική διάθεση διά χειρός του Tayfun Pirselimoglu, με την ατμοσφαιρική μουσική του Νίκου Κυπουργού και την εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ανδρέα Συνανού.

 

Tags
Loading...

Related Articles