Movies - TV

Οι ταινίες της εβδομάδας (19/7/2018 – 25/7/2018)

Το sequel του Mama Mia κάνει απόβαση και ολο το Hollywood έρχεται να παραθερίσει στις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας!

Φτωχό αλλά τίμιο το πρόγραμμα τούτης της κινηματογραφικής εβδομάδας με τρείς νέες ταινίες, αλλά και δυο υπέροχες επανεκδόσεις, οι οποίες έρχονται να βοηθήσουν στήν επιλογή, αυτούς που θα διαλέξουν για την βραδινή τους έξοδο μια βόλτα σε κάποιο θερινό.

Η ταινία, παγκόσμιο φαινόμενο εισπρακτικά (ξεπερνώντας τα 600 εκατομμύρια δολάρια), που εκτόξευσε τον τουρισμό της Ελλάδας κι έκανε τη Σκιάθο τη Σκόπελο και το Πήλιο να γίνουν το κινηματογραφικό φόντο πολλών γάμων, επιστρέφει γεμάτο φως, θάλασσα, καλοκαίρι, τραγούδι, χορό και λαμπερούς πρωταγωνιστές, δέκα χρόνια μετά, να μας παρασύρει εκ νέου στο ρυθμό των διαχρονικών τραγουδιών των ABBA και να γεμίσει τις κινηματογραφικές αίθουσες. Φυσικά μιλάμε για το Mama Mia! Here we go Again και τη σαρωτική εμφάνιση της Σερ!

Η Emily Mortimer αποφασίζει, παρά την αντίθεση των κατοίκων, να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, στήν ταινία The Bookshop, ενω ένας κακοπληρωμένος μηχανικός τρένων, χρησιμοποιεί κλεμμένη μαριχουάνα για να φτιάξει ένα κέικ για τον πατέρα του, προκειμένου να ανακουφίσει τον πόνο του από τον καρκίνο, στήν κοινωνικοπολιτική σάτιρα Μυστικό Συστατικό (Iscelitel).

Η τεράστια επιτυχία του Μάικλ Ράντφορντ από το 1994 με την εκπληκτική ερμηνεία του Μάσιμο Τροίζι και τον τίτλο Il Postino, είναι η πρώτη επανέκδοση της εβδομάδας, ενω το ντεμπούτο της Ιλντικο Ενιέντι («Ψυχή και Σώμα») από το 1989 έρχεται σε νέες 4K αποκατεστημένες κόπιες και βρίσκει για πρώτη φορά κινηματογραφική διανομή στην Ελλάδα, με την ταινία Ο 20ός Μου Αιώνας (My 20th Century)

 

Ας δούμε όμως αναλυτικά τις νέες ταινίες της εβδομάδας:

 

Iscelitel / Secret Ingredient

Περίληψη: Ο Βέλε είναι ένας κακοπληρωμένος μηχανικός τρένων που χρησιμοποιεί κλεμμένη μαριχουάνα για να φτιάξει ένα κέικ για τον πατέρα του, προκειμένου να ανακουφίσει τον πόνο του από τον καρκίνο. Ως εκ θαύματος, η υγεία του πατέρα του βελτιώνεται, αλλά ξαφνικά ο Βέλε έχει να αντιμετωπίσει τους περίεργους γείτονες που θέλουν τη συνταγή για το «θεραπευτικό» γλυκό και τους εγκληματίες που ψάχνουν τα ναρκωτικά τους. Μέσα σ’ όλα αυτά, πάντως, η μεγαλύτερη πρόκληση παραμένει το να πείσει τον πατέρα του για την αξία της ζωής.

Λίγα λόγια για την ταινία: Το Μυστικό συστατικό είναι μια μαύρη κωμωδία για δύο άντρες, έναν πατέρα και τον γιο του.

Ο Βέλε παράτησε το κολέγιο για να βρει δουλειά ως μηχανικός στο αμαξοστάσιο των τρένων, ώστε να μπορεί να φροντίσει τον πατέρα του, Σάζντο, ο οποίος έχει καρκίνο. Ο Σάζντο παραδίδεται στην ασθένεια, αλλά η περιφρόνησή του για τη ζωή χρονολογείται από τότε που έχασε τη γυναίκα του και τον μεγαλύτερο γιο του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο Βέλε είναι απελπισμένος, επειδή δεν είναι σε θέση να αγοράσει τα ακριβά φάρμακα που χρειάζεται ο πατέρας του. Έτσι κλέβει ένα πακέτο μαριχουάνας από κάποιους επικίνδυνους εγκληματίες στο αμαξοστάσιο και προσπαθεί να το πουλήσει, αλλά αποτυγχάνει. Απελπισμένος και καταβεβλημένος, φτιάχνει ένα κέικ μαριχουάνας για τον πατέρα του με την ελπίδα ότι θα ανακουφίσει τον πόνο του, λέγοντάς του ψέματα ότι είχε προετοιμαστεί από έναν μυστηριώδη θεραπευτή.

Καθώς περνούν οι μέρες, η υγεία του Σάζντο βελτιώνεται, αλλά τα προβλήματα του Βέλε δεν σταματούν εκεί. Οι συνταξιούχοι στη γειτονιά ακούν για τη θαυμαστή ανάκαμψη του πατέρα του και αρχίζουν να ζητούν το κέικ. Ένας από αυτούς χρειάζεται βοήθεια για την απώλεια της ακοής του, άλλος ελπίζει ότι μπορεί να κάνει την ανάπηρη ανηψιά του να περπατήσει πάλι και ένας τρίτος θέλει να «θεραπεύσει» τον εγγονό του που είναι γκέι.

Ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα ηρεμήσουν και ταυτόχρονα, προσπαθώντας να φέρει αντιμέτωπο τον πατέρα του με το οδυνηρό παρελθόν τους, ο Βέλε αποφασίζει να πάρει τον Σάζντο στην κατασκήνωση όπου περνούσαν τις διακοπές τους πριν από το θανατηφόρο τροχαίο. Όμως, οι εγκληματίες δεν αργούν να ανακαλύψουν τα ίχνη τους.

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές ανάλγητου νεοφιλελευθερισμού, γινόμαστε μάρτυρες του αγώνα του απλού λαού της χώρας των Σκοπίων (οποία ειρωνεία) που αγωνίζεται για μια αξιοπρεπή ζωή, όπου οι ανθρώπινες αξίες έχουν περιοριστεί στην αρπαγή όσο το δυνατόν περισσότερων χρημάτων και δύναμης … “και τα υπόλοιπα μπορούν να πάνε στο διάολο”.

Οι ασθενείς πεθαίνουν (κατά σοκαριστικής ομολογίας, ακόμα και του γιατρού που κουράρει τον πατέρα του Βέλε), τα φάρμακα είναι περιορισμένα, ενώ τα ιδιωτικά νοσοκομεία κάνουν τεράστια κέρδη, ξεζουμίζοντας κάθε δεκάρα από άρρωστους και απελπισμένους, ενω οι άνθρωποι (μαζί και ο ήρωάς μας) στρέφονται στην αστρολογία, τις θεωρίες συνωμοσίας και τα στοιχήματα.

Κατά ειρωνικό τρόπο, το χιούμορ χρησιμεύει ως αντίδοτο στη γκρίζα πραγματικότητά (την δική μας, αλλά και της ταινίας). Χρησιμοποιώντας ένα είδος “πνευματικού τζούντο”, οι άνθρωποι μαθαίνουν να γελούν με τον πόνο, ώστε να μπορούν να αντέχουν τη ζοφερή τους ζωή. Κάπως έτσι, ο Γκιόρτσε Σταβρέσκι, ακολουθώντας τα κινηματογραφικά βήματα του κοινωνικού ρεαλισμού και κουβαλώντας στήν φαρέτρα του αυτό το γλυκόπικρο χιούμορ, ρίχνει μια γροθιά στήν σκληρή πραγματικότητα, αποφεύγοντας παράλληλα τις γραφικές υπερβολές, εκεί όπου το “γέλιο” χρησιμοποιείται ως αντίβαρο της έντασης που κουβαλάει ο γιός.

Ο Σταβρέσκι μας δίνει μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα για την αυτοπεποίθηση και την περηφάνια στα άγρια ​​νερά της αδικίας της ζωής. Ελκύεται από την αδύναμη θέση του βασικού χαρακτήρα, ενω παράλληλα τρέφει μια διαχρονική γοητεία για τους ανθρώπους που κινούνται ενάντια στο ρεύμα και καταφέρνουν να πετύχουν ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. Γιατί όποιος κι αν είναι ο στόχος τους – να φτάσουν σε μια υψηλότερη κορυφή, να σώσουν τον πατέρα τους από τον θάνατο ή απλά να γυρίσουν μια ταινία στις πιο δύσκολες συνθήκες – εφόσον είναι αληθινοί με τον εαυτό τους.

Φάτε ένα κομμάτι από το κέικ, όπως το συνταγογράφησε ο σκηνοθέτης της ταινίας, και να είστε σίγουροι ότι θα απολαύσετε την τρέλα.

3/5

 

 

The Bookshop

Σύνοψη: Αγγλία 1959. Μια νεαρή γυναίκα αποφασίζει, παρά την αντίθεση των κατοίκων, να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Μια απόφασή που θα εξελιχθεί σε πολιτικό ναρκοπέδιο, με τους περισσότερους να βλέπουν στο πρόσωπό της έναν ανεπιθύμητο εχθρό. Εκθέτοντας τους κατοίκους σε ριζοσπαστικά αριστουργήματα της εποχής, όπως η «Λολίτα» του Ναμπόκοφ και το «Φαρενάιτ 451» του Ρέι Μπράντμπερι, προετοιμάζει το έδαφος της αφύπνισης για τη συντηρητική αυτή πόλη. Βασισμένο στο best-seller της Πενέλοπε Φιτζέραλντ..

Λίγα λόγια για την ταινία: Το Βιβλιοπωλείο της Κυρίας Γκριν» αφηγείται την ιστορία της ασυμβίβαστης Φλόρενς Γκριν (Έμιλι Μόρτιμερ). Έχοντας χάσει τον άντρα της πριν από 16 χρόνια, η Φλορενς διοχετεύει όλη της την αγάπη στη λογοτεχνία, καθώς όπως θα πει η ίδια «Κανείς δε νιώθει μόνος ανάμεσα στα βιβλία». Η απόφασή της να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο στην επαρχιακή πόλη Χάρντμποροου θα ανοίξει το κουτί της Πανδώρας: άγνοια, φθόνος και όλος ο συντηρητισμός της μικρής αυτής κοινωνίας θα βγουν στην επιφάνεια.

Η μίνι κοινωνική επανάσταση της κεντρικής ηρωίδας θα τη φέρει αντιμέτωπη με μια σειρά από εχθρούς: τους απανταχού κακεντρεχείς που στάζουν το φαρμάκι τους με το «γάντι», τους όχι και τόσο επιτυχημένους καταστηματάρχες της περιοχής και, κυρίως, την ισχυρή γυναίκα του Χάρντμποροου, την κοσμική κυρία Γκαμάρ (Πατρίσια Κλάρκσον), που στη θέση του βιβλιοπωλείου φαντασιώνεται ένα Κέντρο Τεχνών – και θα κάνει τα πάντα για να το επιτύχει.

Μοναδικός σύμμαχος της Φλόρενς στο τολμηρό εγχείρημά της θα είναι ο εκκεντρικός κύριος Μπράντις (Μπιλ Νάι) που ζει μια μοναχική και απομονωμένη ζωή, χωμένος στα βιβλία του και μακριά από τα αδηφάγα βλέμματα της στενόμυαλης τοπικής κοινωνίας. Οι δυο τους, σαν αδελφές ψυχές, θα μοιραστούν την αγάπη τους για τη λογοτεχνία και τον ενθουσιασμό τους για τα πιο ρηξικέλευθα έργα της εποχής, καθώς και τις κοινές τους αρχές και αξίες για τη ζωή. Μαζί θα προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν την οργή των κατοίκων.

Η ταινία λειτουργεί συμβολικά σε πολλά επίπεδα. Η Φλόρενς αναπαριστά το καινούριο, φέρνει την αλλαγή σε μια άκρως συντηρητική και παλιομοδίτικη κοινωνία που φοβάται κάθε τι νέο. Η αντίπαλός της κυρία Γκαμάρ συμβολίζει τον φάρο της μη αλλαγής, της στασιμότητας και προσκόλλησης στο παρελθόν. Αναπαριστά την εξουσία που κινεί τα νήματα και καθορίζει τα πάντα.

Ταυτόχρονα, η ταινία αναδεικνύει μια σειρά από σύγχρονα ζητήματα που απασχολούν τον λογοτεχνικό κόσμο: τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής εξαφάνισης των μικρών βιβλιοπωλείων που σταδιακά αλλά αδιάκοπα αντικαθίστανται από μεγάλες αλυσίδες με μοναδικό στόχο την κερδοφορία, την ανάγκη για ελευθερία έκφρασης και πλουραλισμό και, κυρίως, την αξίας της αγνής καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Με σύμμαχο ενα εκπληκτικό (αγγλόφωνο) cast, την ευαίσθητη Emily Mortimer, τον πάντα εκκεντρικό Bill Nighy,  την over the top Patricia Clarkson και την εκρφαστική έκπληξη που ακούει στο όνομα Honor Kneafsey, η σκηνοθέτης Isabel Coixet καταφέρνει να συγκινήσει με μια ταινία για το διαχρονικό χάσμα γενεών και των τάξεων.

3/5

 

 

Mama mia: Here we go again! 

Λίγα λόγια για την ταινία: Η ταινία, παγκόσμιο φαινόμενο εισπρακτικά (ξεπερνώντας τα 600 εκατομμύρια δολάρια), που εκτόξευσε τον τουρισμό της Ελλάδας κι έκανε τη Σκιάθο τη Σκόπελο και το Πήλιο να γίνουν το κινηματογραφικό φόντο πολλών γάμων, το κινηματογραφικό γεγονός του καλοκαιριού επιστρέφει γεμάτο φως, θάλασσα, καλοκαίρι, τραγούδι, χορό και λαμπερούς πρωταγωνιστές, δέκα χρόνια μετά, να μας παρασύρει εκ νέου στο ρυθμό των διαχρονικών τραγουδιών των ABBA και να γεμίσει τις κινηματογραφικές αίθουσες.

Το ίδιο λαμπερό καστ της πρώτης ταινίας μαζί με νέα, ταλαντούχα παιδιά, αλλά και τη λαμπερή Σερ και τον Άντι Γκαρσία, έρχονται με ορμή να μας συγκινήσουν, να μας κάνουν να γελάσουμε, να τραγουδήσουμε, να χορέψουμε και να ονειρευτούμε, ερμηνεύοντας μοναδικά πολλά από τα τραγούδια των ABBA που δεν ακούστηκαν στην πρώτη ταινία, αλλά και επιτυχίες που όσες φορές κι αν τις ξανακούσεις δεν μπορείς παρά να αναφωνήσεις Here We Go Again! και να παραδοθείς στο ρυθμό και την καλοκαιρινή διάθεση!

Το παρελθόν συναντά το παρόν και το sequel μας αφηγείται όλα όσα προηγήθηκαν της ταινίας του 2008 δίνοντάς μας την προοπτική του μέλλοντος. Η νεαρή Ντόνα, έχοντας μόλις αποφοιτήσει από το κολέγιο, ταξιδεύει με προορισμό το ελληνικό νησί «Καλοκαίρι», όπου νιώθει ότι την περιμένει το πεπρωμένο της. Καθοδόν γνωρίζει τον Χάρι, τον Μπιλ και στο νησί πλέον τον Σαμ, τρία γοητευτικά αγόρια που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα ζωή της. Στο πλευρό της, στις κρίσιμες στιγμές, βρίσκονται πάντα και οι δύο επιστήθιες φίλες της, Τάνια και Ρόουζι.

Και βρισκόμαστε στο παρόν, όπου η Σόφι βρίσκεται στο νησί Καλοκαίρι και ετοιμάζεται για τα εγκαίνια του ξενοδοχείου της μητέρας της, που έχει πεθάνει ένα χρόνο πριν. Στο πλευρό της ο Σαμ, της συμπαραστέκεται και ετοιμάζονται για τα εγκαίνια του ανακαινισμένου ξενοδοχείου παρέα με την Τάνια και τη Ρόουζι που έρχονται για αυτό το σκοπό στο νησί. Κι ενώ ο σύζυγός της Σκάι απουσιάζει για επαγγελματικούς λόγους, οι δύο άλλοι πατέρες της, Χάρι και Μπιλ, απουσιάζουν λόγω άλλων υποχρεώσεων και μια καταιγίδα αφενός καταστρέφει όλο το διάκοσμο και αφετέρου εμποδίζει την προσέλευση κόσμου στο νησί, ξάφνου όλα γίνονται ακριβώς όπως τα επιθυμεί η Σόφι. Ο Σκάι έρχεται απρόοπτα και της κάνει την καλύτερη έκπληξη. Οι δύο άλλοι πατέρες βάζουν την οικογένεια πάνω από κάθε άλλη υποχρέωση κι έρχονται στη γιορτή. Η καταιγίδα κοπάζει και απρόσκλητοι καλεσμένοι (η Σερ μαγεύει ως γιαγιά) κάνουν το πάρτι αξέχαστο! Και μέσα σε όλα, η Σόφι και ο Σκάι έχουν ένα δικό τους μυστικό…

Καλώς ορίσατε, λοιπόν, ξανά στο νησί Καλοκαίρι, όπου η Σόφι (Αμάντα Σέιφριντ), η κόρη της Ντόνα (Μέριλ Στριπ), αναλαμβάνει να δώσει νέα πνοή στο ξενοδοχείο και οι θρυλικές «Dynamos» να μάς ταξιδέψουν σε παρόν και παρελθόν μέσα από τα πολυαγαπημένα τραγούδια των ΑΒΒΑ!

 

 

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ

 

My 20th Century

Λίγα λόγια για την ταινία: Τη νύχτα του 1880, όταν ο Τόμας Έντισον παρουσίασε δημόσια τον πρώτο ηλεκτρικό λαμπτήρα στο Νιου Τζέρσεϊ, δυο δίδυμα κορίτσια βλέπουν το πρώτο φως στην Βουδαπέστη. H Ντόρα και η Λίλυ, ζουν πουλώντας σπίρτα στους περαστικούς, απάγονται από αγνώστους και μεγαλώνουν χωρισμένες. Η χαραυγή του 20ου αιώνα βρίσκει την Ντόρα ψευτοαριστοκράτισσα τυχοδιώκτρια και την Λίλυ αναρχική βομβίστρια. Οι δυο τους, περνώντας αναρίθμητες περιπέτειες, θα συνδεθούν ξανά μέσω του Ζ, ενός μυστηριώδους, γοητευτικού ταξιδιώτη, ενώ ανακαλύψεις, νέες θεωρίες, ιδέες και κινήματα, σαρώνουν την ανθρωπότητα.

Ήταν στο φεστιβάλ Καννών του 1989, όταν μια ταινία από την Ουγγαρία, της τότε πρωτοεμφανιζόμενης Ίλντικο Ένιεντι, μιας από τις τελευταίες μαθήτριες του μεγάλου Ζόλταν Φάμπρι, κατέλαβε εξ απήνης τους θεατές με το αναπάντεχο «Ο 20ος μου αιώνας».
Ήταν ένα φιλμ που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο Ουγγαρέζικο της νέας γενιάς (δεν ήταν μια ταινία κοινωνικού ρεαλισμού, δεν είχε μεγάλα μονοπλάνα και σιδερένιο ντεκουπάζ), για την ακρίβεια δεν έμοιαζε με κανένα άλλο φιλμ. Η Ένιεντι, παρουσίασε ένα απολύτως μεταμοντέρνο παραμύθι σε οργασμικό ασπρόμαυρο, μια αισιόδοξη φαντασμαγορία που ενσωματώνει τεχνικές του βωβού κινηματογράφου, υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα (Έντισον, Τέσλα, Βάινεγκερ, Τολστόι), την πανίδα και την χλωρίδα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους (κόντρα στα στερεότυπα), ευθείες κινηματογραφικές αναφορές, μιλώντας για τις άπειρες (ευνοϊκές) πιθανότητες στην ζωή, την τυχαιότητα ως παράγοντα διαμόρφωσης της ταυτότητας, την γυναικεία φύση και σεξουαλικότητα, το βλέμμα του άνδρα
στην γυναίκα και πλείστα άλλα σε μια μεταβατική εποχή (όπως ήταν κι αυτή των χρόνων πριν την πτώση του Τείχους, όπως είναι και η δική μας), κάτι που κάνει τον “20ο Αιώνα” την κινηματογραφική έκπληξη τούτης της εβδομάδας.

 

 

Il Postino

Υπόθεση: Σε ένα ψαροχώρι της μεταπολεμικής Ιταλίας ο νεαρός ταχυδρόμος Μάριο Ρουόπολο, (Μάσιμο Τροΐζι) γνωρίζει τον Χιλιανό ποιητή Πάμπλο Νερούδα (Φιλίπ Νουαρέ) εξόριστο από την πατρίδα του για πολιτικούς λόγους. Ο Μάριο διακινεί την αλληλογραφία του ποιητή, ο οποίος έχει λάβει πολιτικό άσυλο απ’ την Ιταλία, υπό τον όρο ότι θα μένει μόνιμα σε μια ερημική περιοχή.

Ο Μάριο έχει καρδιά ποιητή αλλά λίγο ταλέντο με τις λέξεις. Ο Νερούδα θα γίνει δάσκαλός του και θα περάσουν μαζί ατέλειωτες ώρες συζητώντας για τα νοήματα των λέξεων, την πολιτική, το γράψιμο και, πάνω από όλα, για τις γυναίκες και τον έρωτα, μιας και ο Μάριο δεν έχει μάτια για άλλη γυναίκα, εκτός από την όμορφη Μπεατρίτσε Ρούσο (Μαρία Γκράτσια Κουτσινότα) και χρειάζεται τη βοήθεια του ποιητή για να της εκφράσει τα συναισθήματά του.

Λίγα λόγια για την ταινία: Το σενάριο είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «Αρντιέντε Πατσέντσια» του Αντόνιο Σκάρμετα (1985) και ακολουθεί αρκετά πιστά την πλοκή του, με τη διαφορά ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ιταλία του ’50 αντί για τη Χιλή του ’60.

Διακεκριμένη για την αριστουργηματική λιτότητά της με την οποία περιγράφει την γοητευτική γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο της ποίησης και τον κόσμο των αγνών συναισθημάτων, που όμως δεν βρίσκουν τα λόγια για να εκφραστούν σωστά, η ταινία του Μάικλ Ράντφορντ, γνώρισε απροσδόκητα θερμή υποδοχή από το ευρύ κοινό και κέρδισε περισσότερες από 30 διεθνείς διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες το Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής (1995), ενώ ήταν υποψήφια σε τέσσερις ακόμα κατηγορίες: Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία, Α’ Ανδρικός Ρόλος και Διασκευασμένο Σενάριο. Επίσης, το 1996 έλαβε τρία Βραβεία της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA): Σκηνοθεσίας, Μουσικής και Καλύτερης Μη Αγγλόφωνης Ταινίας.

 

Tags
Loading...

Related Articles