SHARE

‘’I’ve seen things you people wouldn’t believe. Attack ships on fire off the shoulder of Orion. I’ve watched C-beams glitter in the dark near the Tannhauser Gate. All those moments will be lost in time, like tears in the rain. Time to die.’’

Ο παραπάνω κύκνειος επίλογος, ψελλισμένος από το βιονικό στόμα μίας ανθρώπινης κατασκευής (αξέχαστης μέσα από τη φιγούρα του Rutger Hauer που τη μετουσίωσε), τόσο τέλειας που «πρόσβαλε» την θνητή φύση των δημιουργών της, αποτέλεσε ότι πιο αισθαντικό ακούσαμε ποτέ κινηματογραφικά, από τον μικροεπεξεργαστή ενός mecha. Ακόμα και αν δεν είδαμε τελικά μέσα από το εντυπωσιακό film του Ridley Scott, εκείνο το πλανητικό σύμπλεγμα του Ωρίωνα, η «μοριακή νοημοσύνη» του σεναριογράφου Hampton Fancher, σεβόμενη στο έπακρον το όραμα του πρωτοπόρου συγγραφέα Philip K. Dick, την εποχή εκείνη, μας ταξίδεψε υπέρμετρα, ενεργοποιώντας πέρα από τον αμφιβληστροειδή μας, κάτι περισσότερο: την αποδοχή μας για μια εποχή στο μέλλον, όπου τα όρια ανθρώπου και μηχανών δεν θα δύναται να είναι διακριτά. Κάπως έτσι, η φιλοσοφία εμπνεύσεων τύπου C-3PO (και κάθε ρομποτικής «κατσαρόλας» του Star Wars), καταντά από εκεί και έπειτα, παρωχημένη. Πιο άνθρωπος από τον άνθρωπο, η αρχή, έχει γίνει.

Χρόνια και χιλιόμετρα σελιλόιντ μετά, στο σήμερα και τη ψηφιακή εποχή της Alexa και της Siri, τα (εκ νέου) παιχνίδια πολέμου με πυρηνικά, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ο κόσμος μπορεί να αποδεχθεί και να καταναλώσει κάθε sci-fi πρόταση χωρίς να απορρίπτει. Αυτό που τo 1982 έμοιαζε αποτυχημένη εκδοχή, σήμερα αποτελεί το σενάριο (αν όχι το χειρότερο) μίας «επαυξημένης πραγματικότητας». Ίσως λοιπόν, αυτή να είναι η κατάλληλη στιγμή για το σύμπαν του Blade Runner να ολοκληρώσει τη διαδρομή του. Εκμεταλλευόμενο τα επιτεύγματα της τεχνολογίας (τούτη τη φορά «μπροστά» από την εποχή του), φρεσκάροντας το μύθο του και απαντώντας σε πάγιες ερωτήσεις, να επικαιροποιήσει τις σχέσεις του με το «ειδικό» κοινό του, που με τη σειρά του ποτέ δεν έπαψε να το μνημονεύει. Αρκεί, η ιστορία που θα παρουσιάσει, να ταυτίζεται με το πρωτότυπο σε ουσία και δυναμική και να μην βασίζεται (όπως είθισται στις μέρες μας), αποκλειστικά και μόνο στο τεχνικό κομμάτι.

Όπως με κάθε παραγωγή του Ridley Scott, έτσι και με το «Blade Runner 2049», η υλοποίηση του και μόνον, αποτέλεσε ένα ξεχωριστό έπος. Χρόνια πάνω από σεναριακά προσχέδια που κατέληγαν στο καλάθι των αχρήστων, απολύσεις συντελεστών (ο ίδιος εγκατέλειψε την καρέκλα του σκηνοθέτη), ακυρώσεις εξόδου στις αίθουσες, εκτροχιασμός budget και τόσα αλλά δεινά, όλα αυτά, μέχρι την έλευση στο πλατό ενός χαρισματικού σκηνοθέτη.

O Denis Villeneuve, κάθεται στην ηλεκτρική καρέκλα του «Blade Runner 2049», τολμώντας να τσαλακώσει την εικόνα του, όταν εκ προοιμίου γνωρίζει, πως δεν είναι εφικτό να πραγματώσει τα θέλω κάθε θεατή ξεχωριστά. Δηλώνει κατηγορηματικά, πως η προσέγγιση του είναι καλλιτεχνική σε όλο το φάσμα της και σε καμία περίπτωση δεν τον ενδιαφέρει η εμπορική της αξία. Μέσα από τα 167 λεπτά που έχει στη διάθεση του, βαδίζει χωρίς έντονα σκαμπανεβάσματα, υποστηρίζοντας αυτή τη φιλοσοφία, αποδεικνύοντας πως σε καμία περίπτωση δεν τον ενδιέφερε η προοπτική μίας ακόμα αρπαχτής.

Επιχειρώντας τη ξενάγηση σου, έχοντας προηγουμένως διανύσει τη συγκεκριμένη «απόσταση», αποφεύγοντας μάλιστα να σου αποκαλύψω (όχι και τόσο καλά καταχωνιασμένα), μονοπάτια της πλοκής, καταλήγω εύκολα σε ένα πρώτο συμπέρασμα: όσο και αν ανεβαίνει κάθε φορά ο οπτικοακουστικός πήχης ενός έργου, αν αυτός δεν συνδυαστεί με τον παλμό ενός τολμηρού και πρωτότυπου σεναριακού τέμπου, το αποτέλεσμα πάντα θα μένει μετέωρο στην πιθανότητα μιας τέλειας συνύπαρξης που ποτέ δεν επιτεύχθηκε.

Το έργο του Villeneuve, μέσα από την τελειότητα των εικόνων του, αποτελεί επιτομή πάνω στο είδος της επιστημονικής φαντασίας. Καμία κινηματογραφική οθόνη, όσο μεγάλη και αυτή να είναι, δεν χωρά το φάσμα της εκλεπτυσμένης αισθητικής του δημιουργού. Η χρωματική του παλέτα σε συνδυασμό με τα ευφάνταστα -σε κάθε επίπεδο- σκηνικά, ηδονίζουν το βλέμμα, κόβουν την ανάσα σε κάθε καρέ, χωρίς να αφήνουν ούτε ένα λεπτό στην τύχη. Ακόμα και σε «σεμνές» στιγμές, ο καλλιτέχνης κάνει σχεδόν επίδειξη δύναμης, υλοποιώντας κάδρα που δεν έχει αντικρίσει στο παρελθόν ο θεατής. Με την βοήθεια των Dennis Gasner και Roger Deakins στο φακό και την καλλιτεχνική οργάνωση, αλλά και τις διακριτικές νότες των Hans Zimmer και Benjamin Wallfisch (μετά και την απομάκρυνση του Jóhann Jóhannsson), που σέβονται το πρωτότυπο μουσικό θέμα του Vagelis, το «Blade Runner 2049», ξεχωρίζει από τον προκάτοχο του, ως η καλύτερη δυνατή αναβάθμιση στον τομέα αυτό.

Όμως όταν τη σκυτάλη παίρνει η ιστορία και τα βλέμματα των πρωταγωνιστών σε αντικρίζουν έτοιμα να υπερασπιστούν το μύθο (ο Ryan Gosling πατά στις νότες του χαρακτήρα του στο «Drive» με τον Jared Leto να στερείται ουσιαστικής εκμετάλλευσης), μύθο που όλοι γνωρίζουμε ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν από το 1982, πάμπολλες εκδοχές, είτε τηλεοπτικά (λέγε με Westworld), είτε κινηματογραφικά (εδώ η λίστα είναι μεγάλη), έχουν αναπτύξει αξιόλογα μέσα από διάφορες παραλλαγές, τα πράγματα αρχίζουν να ατονούν.

Λόγια χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, χαρακτήρες που αναλώνονται συντηρητικά, έξυπνα  τρικ που καίγονται άδοξα, χωρίς όλα αυτά να δικαιολογούν απόλυτα τη διάρκεια του συνόλου, που με τη σειρά της, δοκιμάζει την αντοχή σου. Όλες οι απαντήσεις βασίζονται στα λάθος ερωτήματα, όταν δεν επιζητούμε από τον πρωτοπόρο να αναλώνεται σε επαναληπτικότητα, αλλά να κλείνει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν γρήγορα, στοχεύοντας να στιγματίσει το μέλλον του είδους που πρεσβεύει για τα χρόνια που ακολουθούν, με ένα σενάριο αντάξιο της βαρύτητας του τίτλου. Όχι ότι η προσέγγιση αστυνομικού θρίλερ με ολίγον περιπέτεια δεν μας κέντρισε το ενδιαφέρον, τονίζουμε όμως πως το σενάριο των Hampton Fancher και Michael Green, δεν είναι αντάξιο των προσδοκιών μας και πρωτίστως, δεν είναι αυτό που αξίζει στο αποτέλεσμα της δουλειάς του Denis Villeneuve.

Αν κατάφερε κάτι – αναμφισβήτητα – ο Ridley Scott το 1982, είναι να κερδίσει τις εντυπώσεις και την αναγνώριση του κόσμου (ακόμα και των συντελεστών που δεν πίστευαν στη δύναμη του έργου του), χρόνια μετά την επίσημη πρώτη προβολή της ταινίας του. Μοιραίο θα έλεγες για κάθε είδους τέχνης που είναι μπροστά από την εποχή της και αποτελεί ορόσημο. Στο «Blade Runner 2049», θεωρώ πως θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Η επιτυχία του δεν καθίστατο να είναι διαχρονική, ακριβώς γιατί ουσιαστικά, σε επίπεδο δομής, δεν ξεπερνά εξελικτικά τον πήχη που έθεσε το πρωτότυπο. Η εκμετάλλευση και μόνο της υπάρχουσας τεχνολογίας αλλά και της δύναμης ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη, είναι η μισή εμπειρία. Σε αυτήν όμως θα βασιστούμε στην παρούσα, προτείνοντας τη θέαση του, προτρέποντας κάθε cinemagoer να αποκτήσει άποψη για ένα τόσο σημαντικό cine-γεγονός.

3,5/5

 

 


No tags for this post.