SHARE

O Christopher Nolan είναι ένας σκηνοθέτης ο οποίος μας έχει δώσει στο παρελθόν ποικιλία επιτυχημένων και αναγνωρισμένων ταινιών. Αυτή τη φορά μετά τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, και την μεταφορά – με τον δικό του, μοναδικό, τρόπο – του μαυροφορεμένου εκδικητή, μας μεταφέρει στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου με το πολεμικό δράμα .

Είναι περίεργο να θεωρεί κανείς, ότι μετά από (σχεδόν) δύο δεκαετίες επιτυχιών, το είναι η πρώτη παραγωγή του συγγραφέα / σκηνοθέτη Christopher Nolan, στήν οποία, ο ίδιος είναι ο πρωταγωνιστής του φίλμ. Στην ταινία τα πάντα είναι Nolan και παρ’όλο που μας έχει συνηθίσει σε ταινίες καθαρής μυθοπλασίας, κάνει το βήμα παραπέρα και απο ενα σενάριο 76! σελίδων, γραπώνει την κάμερα, την φορτώνει ξανά με 70άρι φίλμ (αρνούμενος για άλλη μια φορά τα τεχνολογικά άλματα) και παραδίδει ενα πολεμικό θρίλερ, μια ακουστική και οπτική εμπειρία, με μόνο σκοπό, τον καθαρό κινηματογράφο. 

Απούσα από την εικόνα του Nolan είναι η συναισθηματική και η γραμμική αφήγηση. Στήν Δουνκέρκη του, ο Nolan, δεν επιζητά την συναισθηματική φόρτηση, αλλά βάζει τον θεατή μέσα στήν φρίκη του πολέμου. Προσεγγίζει το πολεμικό αυτό δράμα με μια πρωτότυπη λογική και με ένα ψυχρό ρεαλισμό, “καθαρό”, από κάθε περιττό και κλεισαρισμένο χολιγουντιανό διάλογο μεταξύ των χαρακτήρων, αφαιρόντας ακόμα και τα ονόματα των ηρώων της ταινίας, με σκοπό, οχι, να κρατήσει τον θεατή σε απόσταση και να τον αποπροσανατολίσει απο τις εμπειρίες των χαρακτήρων του, αλλά θέλοντας έτσι απο εμάς μια μεγαλύτερη κατανόηση, στήν προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την καταραμένη παραλία της Δουνκέρκης. 

Εστιάζοντας μόνο στο ιστορικό γεγονός και με ενα αριστουργηματικό μοντάζ, στήνει την πολεμική του σκακιέρα περίτεχνα χωρίζοντας την ιστορία σε τρία μέρη, στεριά, θάλασσα και αέρα.

Η πρώτη ιστορία ξεκινάει με τον ηθοποιό Fionn Whitehead παγιδευμένο, μαζί με τούς εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες των Βρετανών και των Συμμάχων, στήν παραλία και με τις πλάτες τους στην θάλασσα, να έρχονται αντιμέτωποι με μια ανέφικτη κατάσταση, καθώς ο εχθρός πλησιάζει. Απο την θάλασσα ο Mark Rylance με το επιταγμένο – απο το Ναυτικό – καΐκι του, να προσπαθεί να φτάσει εγκαίρως στο λιμάνι της Δουνκέρκης, ώστε να βοηθήσει στη διαφυγή των στρατιωτών. Στο τρίτο μέρος, το οποίο εξελίσεται μια ωρα πρίν τα γεγονότα ενωθούν, έχουμε τον Tom Hardy, με τα Spitfires της RAF (Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας της Μεγάλης Βρετανίας), να έρχονται αντιμέτωπα με τον εχθρό πάνω από το Κανάλι προσπαθώντας να προστατεύσουν τους ανυπεράσπιστους άνδρες στην στεριά και να μας χαρίζουν φοβερές αερομαχίες.

Ο Nolan από την πρώτη σεκάνς της ταινίας και χωρίς να ρίξει ούτε μια σταγόνα αίματος, σε πιάνει από τα μούτρα κάνοντας μια επιβλητική επίδειξη της ικανότητάς του στο να χτίζει σασπένς, μέχρι τα μέσα της ταινίας, όπου με ένα… σεναριακό twist, δείχνει την σκηνοθετική του μαεστρία και από εκεί, ως και την κορύφωση του φινάλε, το είναι μια διαφήμιση του σινεμά. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει στην ταινία είναι ο εχθρός, του οποίου το πρόσωπο… ποτέ δεν βλέπεις. Σε όλη τη διάρκεια οι Γερμανοί είναι μια φονική σκιώδης απειλή, είτε απο αέρα, είτε απο στεριά, γεγονός που τους κάνει ακόμα πιο αποτελεσματικούς, σου αποσπά το μυαλό και σου δημιουργεί ανασφάλεια και αβεβαιότητα.

Τα μινιμαλιστικά CGI, τα αληθινά Spitfires και η αποφυγή υπερβολών κάνουν την παρακολούθηση της ταινίας απλά συγκλονιστική. Όλα αυτά βέβαια δεν θα είχαν καμία αξία χωρίς την συνδρομή των συνεργατών του Nolan. Οι σπουδαίες ερμνηνείες των Cillian Murphy και Mark Rylance μαζί με τον Tom Hardy, ο οποίος κυριολεκτικά παίζει με τα μάτια, ανεβάζουν την αδρεναλίνη. Η υψηλής αισθητικής φωτογραφία του Hoyte Van Hoytema και το εκπληκτικής σχεδίασης μοντάζ ήχου δεν θα μπορούσαν να δέσουν καλύτερα με την μεγαλοπρεπή μουσική επένδυση του Hans Zimmer, σε μια σαφώς απο τις καλύτερες δουλείες του, ο οποίος σε ολη την διάρκεια των 106 λεπτών της ταινίας δημουργεί μια φοβερή αίσθηση “κλειστοφοβίας”.

Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους και ναι, ίσως να χρυσώσουμε και λίγο το χάπι… αλλά με την καλή έννοια, θα θέλαμε το φινάλε να μην μοιάζει λίγο εύκολο, σε σχέση με την υπόλοιπη ταινία, όμως αυτό είναι ένα μικρό πταίσμα μπροστά στην υπόλοιπη μιάμιση ώρα, όπου ο Βρετανός μας θυμίζει πόσο μεγάλος auter είναι.

Είναι όμως το η καλύτερη ταινία του Nolan; Δύσκολη ερώτηση. Άλλωστε ο καθένας έχει το δικό του top. To όνομα του Nolan θα αποτελεί πάντα εγγύηση για ταινίες οι οποίες θα αφήσουν το σημάδι τους στο κινηματογραφικό τοπίο. Σίγουρα το , δεν είναι η κλασσική πολεμική περιπέτεια (ενα είδος που βλέπουμε σπάνια).

Αυτό όμως που είναι σίγουρο και με την εντελώς διαφορετική προσέγγιση του, από κάθε άλλον του είδους, θα κατακτήσει αρκετές πρωτιές σε πολλές λίστες.

4/5