SHARE

Άκρατος σουρεαλισμός και ώριμη σάτιρα, «δουλεμένα» από τον Σουηδό Ruben Östlund (Force Majeure), που αφού παραμερίσει τη σοβαροφάνεια και τα αποστειρωμένα «δήθεν» των καιρών μας, αποδομεί ολοκληρωτικά, την κομφορμιστική ταυτότητα όσων καθημερινά ευαγγελίζονται κοινωνίες ομοψυχίας, σεβασμού και αλληλεγγύης και καταλήγουν λίγα μέτρα πιο κάτω, εκ του φυσικού τους μάλιστα, τις περισσότερες φορές, το χειρότερο παράδειγμα ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας.

Τίποτα δεν φαντάζει περίεργο στον κόσμο του Östlund. Το κεντρικό του μήνυμα άλλωστε είναι σαφές όσο και ξεκάθαρο: συμπεριφορές, επιλογές, εμμονές στην παρούσα, δομούν ένα «μηχανισμό» που μετά από αιώνες, παρωχημένος, ακόμα και σήμερα χωρίζει τον κόσμο μας σε τάξεις. Πότε ανάλογα με την οικονομική μας επιφάνεια, πότε σύμφωνα με τις ιδεοληψίες μας. Όσο περισσότερος ο πλουραλισμός μας, τόσο μεγαλώνει η υποκρισία που τον ακολουθεί. Το ορμητήριο των συμβολισμών του, στήνεται πάνω σε ένα μουσείο αντισυμβατικής τέχνης, βήμα για κάθε καλλιτέχνη που θέλει να εκφράσει αυτό που σε άλλη περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ως φάρσα.

Ως «υποκείμενα» του έργου, συναντάμε προσωπικότητες όπως τον καλλιτεχνικό διευθυντή του μουσείου, Christian (Claes Bang). Είναι το παράδειγμα που χρειάζεσαι για να αντιληφθείς το μέγεθος της αυταπάτης που μαστίζει τον πολιτισμός μας. Πολιτισμός που κάθε φορά, πίσω από βαρύγδουπα λόγια, την οικολογική συνείδηση, δάκρυα και χειρονομίες εντυπωσιασμού, χαρακτηρίζεται τελικά από υπέρμετρο εγωκεντρισμό. Ο ατομισμός του πρωταγωνιστή, οδηγεί σε ένα «μαραθώνιο» 142 λεπτών, με όλες τις εξελίξεις της πλοκής. Εκμοντερνισμένος ώστε να σε ιντριγκάρει, καθαρτήριος για να σε καλύψει στο φινάλε, με σαφή αποκωδικοποίηση των μηνυμάτων του.

Εκεί κερδίζει το στοίχημα του ο Ruben Östlund. Τη στιγμή που παίρνει λίγο χρόνο και μέσα από το στόμα του ήρωά του, αναλύει την άποψη του για τα προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία, την κουλτούρα, τη φιλοσοφία μας. Στα περισσότερα μάλιστα, θα μας βρει σύμφωνους. Το μουσείο και η θέση του Christian σε αυτό, πραγματεύουν όλα όσα έχει αποτύχει να προασπίσει το σύστημα καθωσπρεπισμού που μας περιβάλει. Πραγματικά (τραγελαφικά και μη), γεγονότα του κόσμου της τέχνης, μεταφέρονται εύστοχα στην ταινία, αντιπαραβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο τον κριτικό αντίλογο κάποιων, αμφισβητώντας ακόμα και την ίδια ενσυναίσθηση του συνόλου. Και αν απορείς γιατί ο σκηνοθέτης του «The Square» κανιβαλίζει το συγκεκριμένο χώρο, έχει να κάνει με την (ενδόμυχη) εντύπωση που έχουμε όλοι μας λίγο πολύ. Αυτή που στο όνομα της τέχνης δικαιολογεί, ανέχεται κάποιες φορές, υπερβολές και αυθαιρεσίες.

Το “Τετράγωνο” σύμφωνα με τις επιταγές του εμπνευστή του, συστήνει την άμιλλα, την αλληλεγγύη και την αγάπη για το διπλανό μας. Αυτό που καταντά όμως, είναι ένα ρατσιστικό σύμβολο ατομισμού και λογοκρισίας. Η πολιτικοκοινωνική δήλωση του δημιουργού πίσω από την κάμερα δεν μασά τα λόγια της επουδενί. Ακόμα και μέσα από την διακωμώδηση, υπερασπίζεται το συμπέρασμα του, όταν πάντα καταλήγει (αφού κάνει ένα σαρωτικό κύκλο), να ταυτίζεται με το εγώ. Άραγε υπάρχει ελπίδα κάπου στο τέλος όλων αυτών, ή είμαστε καταδικασμένοι να μας καθορίζουν οι πράξεις μας και όχι το αποτέλεσμα αυτών? Σε αυτό το ερώτημα, η τελευταία κουβέντα σου ανήκει…

3,5/5