SHARE

Τέσσερα χρόνια μετά την επιτυχημένη και πολυβραβευμένη «Μικρά Αγγλία», ο Παντελής Βούλγαρης, σκηνοθέτης των μεγάλων και αγαπημένων από τον κόσμο κινηματογραφικών επιτυχιών «Νύφες», «Ψυχή Βαθιά», «Η Φανέλα με το 9», «Πέτρινα Χρόνια» επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με την ταινία «Το Τελευταίο Σημείωμα».

Στη νέα του κινηματογραφική δουλειά ο Βούλγαρης καταπιάνεται με μια από τις πιο γνωστές σελίδες της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, την εκτέλεση από τους Γερμανούς κατακτητές 200 αγωνιστών την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, ως αντίποινα για τη δράση της ελληνικής αντίστασης.

Πρωτομαγιά του 1944. Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ο 34χρονος Ναπολέων Σουκατζίδης, Κρητικός μικρασιατικής καταγωγής, αγωνιστής του λαϊκού κινήματος και κρατούμενος σε εξορίες και φυλακές από το 1936.

Την περίοδο της φυλακής του στο Χαϊδάρι, εκτελούσε χρέη διερμηνέα του Γερμανού Διοικητή του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ. Μπροστά από τα μάτια του περνούσε όλο το δράμα της γερμανικής αγριότητας στα Κατοχικά χρόνια, με τον ίδιο συνεχώς μάρτυρα βασανιστηρίων, τραγικών περιστατικών και βαριάς ατμόσφαιρας στους θαλάμους με το πλήθος των συγκρατούμενων του. Πολλές ζωές, πολλές μικρές ιστορίες φόβου, φιλίας, συντροφικότητας, ελπίδας, ονειροπόλησης.

Έξω από το στρατόπεδο, η μνηστή του Ναπολέοντα, Χαρά Λιουδάκη, με σθένος, καρτερία και βαθιά αγάπη στεκόταν δίπλα στον αρραβωνιαστικό της, έστω κι αν οι συναντήσεις τους ήταν για ελάχιστες στιγμές στα επισκεπτήρια, και πάντα υπό την επιτήρηση ενόπλων φρουρών.

Η τύχη του Ναπολέοντα και άλλων 199 συγκρατούμενων του αποφασίζεται μετά την ενέδρα της ελληνικής αντίστασης στον Στρατιωτικό Διοικητή Λακωνίας, σε χαράδρα της περιοχής των Μολάων. Ο θάνατος του Διοικητή Κρες και τριών Γερμανών της συνοδείας του επιφέρει ως αντίποινα την εκτέλεση 50 Ελλήνων για κάθε ένα Γερμανό.

Ο Σουκατζίδης είναι στη λίστα των 200 μελλοθάνατων. Την ημέρα της εκτέλεσης βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλλημα ζωής, όταν ο Φίσερ, που μέσα στο διάστημα της φυλάκισης του Σουκατζίδη στο Χαϊδάρι ανέπτυξε σεβασμό για τον Έλληνα διερμηνέα, του δίνει τη δυνατότητα να εξαιρεθεί βάζοντας στη θέση του ως διακοσιοστό άλλον.

Ο Παντελής Βούλγαρης, αδιαμφισβήτητα ένας από τους κορυφαίους και “εμπορικούς” σκηνοθέτες της γενιάς του, σκηνοθετεί την πιο προσωπική του ταινία, όπου μέσα απο μια εκτεταμένη έρευνα που αφορούν τα γεγονότα, μια έρευνα πολύ επίπονη και δύσκολη καθώς οι Γερμανοί στο τέλος του πολέμου κατάφεραν να καταστρέψουν πολλά αρχεία εκείνης της εποχής, και μαζί με την συγγραφέα/σεναριογράφο της ταινίας (και γυναίκα του) Ιωάννα Καρυστιάνη, μας διηγείται μια εξαιρετικά συγκινητική ταινία, μια σύγκρουση δυο κόσμων, η οποία λάμβανε χώρα εξίσου και μέσα στα στενά όρια της φυλακής.


Συνεργάζεται με ένα θαυμαστό επιτελείο ηθοποιών και αξιοποιεί στο έπακρο τα χρήματα που μπορούν να διατεθούν για μια ελληνική (ας πούμε) υπερπαραγωγή, η οποία πραγματικά δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από παραγωγές του ευρωπαικού …ακόμα και του αμερικανικού κινηματογράφου.

Ο Βούλγαρης στήνει σκηνές, εικαστικά υπέροχες, οι οποίες μεταδίδουν ταυτόχρονα το συναίσθημα μέσα από αλλαγές στον φωτισμό, τις γωνίες λήψης, την εστίαση σε λεπτομέρειες των ηρώων του, στα χέρια τους και στα μυνήματα που έρχονται απ΄εξω, μέσα σε καρυδότσουφλα καμουφλαρισμένα μέσα σε ψωμιά με “τρείς” χαρακιές, να μυρίζουν θάνατο, τα παπούτσια τους …παντού. Κορυφαία σκηνή του έργου, γίνεται αυτόματα το γλέντι των κρατουμένων την προηγούμενη της μεταγωγής τους στην Καισαριανή, με τούς ίδιους να χορεύουν και να τραγουδούν Κρητικά, Ποντιακά και νησιώτικα ξορκίζοντας έτσι τον θάνατο.

Πίσω απο το άρτια δομημένο σενάριο μπορεί να κρύβεται η λεπτομερής κοινωνιολογική και ιστορική μελέτη παρόμοιων γεγονότων, αλλά παράλληλα κάνει την έμφανισή της, η πίστη στα ιδανικά και στον άνθρωπο, η αυτοθυσία, η ελπίδα. Σε μια ταινία όπου ο θάνατος είναι πανταχού παρών, το Τελευταίο Σημείωμα γίνεται μια ταινία για την ζωη και συνάμα μια ιστορία μυθοπλασίας, ένα κινηματογραφικό «σημείωμα» μνήμης, σεμνότητας και αναστοχασμού… Μια ταινία που αντιπροσωπεύει το ήθος, την αξιοπρέπεια και την αγωνιστηκότητα.

Εξαιρετική η φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή, τα σκηνικά του Σπύρου Λάσκαρη και τα κοστούμια της Γιούλας Ζωϊοπούλου, που επιβεβαιώνουν την προσοχή στην αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής. Ερμηνευτικά εξαιρετικός ο Ανδρέας Κωνσταντίνου στον ρόλο του Σουκατζίδη (Μικρά Αγγλία), ενω ο Andre Henicke ξεχωρίζει, καθώς είναι απολαυστικός. Αυτός όμως που κλέβει την παράσταση είναι (ο καθαρά θεατρικός ηθοποιός), Τάσος Δήμας, στου οποίου το βλέμμα αντικατοπτρίζεται ολο το κλίμα της εποχής.

Ήθελα να πω, αλλά πάνω απ’ολα να καταλάβω την ιστορία των 200 και του Σουκατζίδη, μας λέει ο Παντελής Βούλγαρης. Και το καταφέρνει …γιατί σε μια εποχή (όπως αυτή που ζούμε), αμφιταλαντευόμενη και αμοραλιστική –μια εποχή του καναπέ– όπου οι αξίες και τα ιδανικά έχουν στερέψει, ο Βούλγαρης μιλάει για αυτούς που έμειναν πιστοί στίς πολιτικές τους επιλογές και την αξιοπρέπειά τους …και νίκησαν.

3,5/5