SHARE

Τελικά, το σκάνδαλο Βατοπεδίου κατά την ελληνική Δικαιοσύνη δεν υπήρξε. Κατά τους εμπλεκομένους, σε αυτό το σκάνδαλο η υπόθεση ήταν μία κολοσσιαία σκηνοθεσία. Έπειτα από μία δεκαετία περίπου και χιλιάδες γραπτές σελίδες αναφορών και τόμους δικογραφιών παραμένει αναπάντητο το ερώτημα.
Τα «κουκούλωσαν» ή απλώς δεν υπήρξε σκάνδαλο. Κι αν δεν υπήρξε σκάνδαλο, ποια είναι η ευθύνη εκείνων που, τότε, πρωταγωνίστησαν στη διόγκωση της υπόθεσης και δημιούργησαν κλίμα ομαδικής πολιτικής υστερίας;​

Ποιος και γιατί επεδίωξε, σκηνοθέτησε, πίστεψε ή τελικά ακύρωσε την εξέλιξη ενός σκανδάλου που τότε στοίχισε την ήττα της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές, σπίλωσε πρόσωπα, με τελική έκβαση την αθώωση όλων των πρωταγωνιστών καθώς και των πολιτικών που είχαν εμπλακεί. Μένει ο προβληματισμός και ο σκεπτικισμός που αναπόφευκτα τροφοδοτείται από αυτήν την εξέλιξη.

Τα «κουκούλωσαν» ή απλώς δεν υπήρξε σκάνδαλο. Κι αν δεν υπήρξε σκάνδαλο, ποια είναι η ευθύνη εκείνων που, τότε, πρωταγωνίστησαν στη διόγκωση της υπόθεσης και δημιούργησαν κλίμα ομαδικής πολιτικής υστερίας;

Ας παρακολουθήσουμε το χρονικό της υπόθεσης Βατοπεδίου, για να θυμηθούμε πρόσωπα, πράγματα, δηλώσεις και live καταγγελίες:

Η αθώωση όλων των κατηγορουμένων, μη πολιτικών προσώπων στο αποκαλούμενο επί μία σχεδόν δεκαετία σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου προκάλεσε αίσθηση στην κοινή γνώμη, η οποία μοιάζει διχασμένη, αδυνατώντας να πιστέψει πως επρόκειτο είτε για «θαύμα» της Δικαιοσύνης είτε για «κατασκευασμένη σκευωρία».

Αν και η δίκη κράτησε περίπου δύο χρόνια, το ενδιαφέρον των ΜΜΕ ήταν περιορισμένο κατά τη διάρκειά της και τίποτα δεν έδειχνε πως η απόφαση του δικαστηρίου θα συγκέντρωνε ξαφνικά πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας.

Προκαλώντας σε ορισμένους θριαμβολογίες, ενώ σε άλλους ακόμη κι αγανάκτηση, η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων φαίνεται πως έχει διπλή ανάγνωση. Το σίγουρο όμως είναι ένα, πως ούτε ένας δικαστής αλλά ούτε κι η εισαγγελέας είχαν διαφορετική άποψη, αφού όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, έκριναν πως οι κατηγορούμενοι που είχαν απέναντί τους πρέπει να αθωωθούν.

Όλοι όσοι παρακολουθούσαν τη διαδικασία αλλά και την απαλλακτική πρόταση της εισαγγελέως της έδρας Βασιλικής Κρίνα, όχι μόνο δεν ξαφνιάστηκαν πάντως από την ετυμηγορία, αλλά τη θεωρούσαν αναμενόμενη, πως ήταν δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ως μονόδρομος για τη Δικαιοσύνη.

Η απουσία δόλου εκ μέρους των κατηγορουμένων, ιερωμένων και κρατικών υπαλλήλων αποδείχτηκε καθοριστική για την κρίση τους. Αν και το λεπτομερές σκεπτικό δεν έχει δημοσιοποιηθεί, οι δικαστές φαίνεται πως συγκλίνουν σε αυτό που η εισαγγελέας, στην αγόρευσή της, ανέπτυξε: ότι όλοι είχαν τη βεβαιότητα πως η λίμνη Βιστωνίδα και οι παραλίμνιες εκτάσεις ανήκαν στη Μονή Βατοπεδίου.

Ιδιαίτερα μάλιστα για τους κρατικούς λειτουργούς έχουν σημασία όσα ειπώθηκαν από την εισαγγελέα και τα οποία, όπως όλα δείχνουν, υιοθετήθηκαν στο ακέραιο από την απόφαση. «Οι κρατικοί λειτουργοί είχαν την πεποίθηση πως εκτελούσαν σύννομες πράξεις, οι οποίες ελήφθησαν στο πλαίσιο ειλημμένων κυβερνητικών αποφάσεων. Πώς μπορείτε να δεχθείτε ότι έγκριτοι επιστήμονες, για τους οποίους δεν διαπιστώθηκε θρησκοληψία, πιέστηκαν να συμβάλουν στη μείωση της περιουσίας του Δημοσίου, χωρίς να προκύψει για κανέναν από αυτούς οικονομικό όφελος ή άλλο κίνητρο;».

Οι κυβερνητικές αποφάσεις για τις ανταλλαγές ακινήτων μεταξύ της Μονής Βατοπεδίου και του ελληνικού Δημοσίου «δέσμευαν» τους κατηγορουμένους στις ενέργειές τους. Πολύ περισσότερο, όμως, «δέσμευαν» την εισαγγελέα και τους δικαστές, οι οποίοι έπρεπε να αποδώσουν δικαιοσύνη στα μη πολιτικά πρόσωπα που βρέθηκαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ανάμεσά τους ο ηγούμενος Εφραίμ και ο μοναχός Αρσένιος, η συμβολαιογράφος Κατερίνα Πελέκη, οι δικηγόροι Διονύσης και Δημήτρης Πελέκης, πατέρας και αδελφός της κατηγορουμένης, ο πρώην πρόεδρος και ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου, Πέτρος Παπαγεωργίου και Κωνσταντίνος Γκράτσιος, ο πρώην γενικός γραμματέας του Υπουργείου Γεωργίας Κωνσταντίνος Σκιαδάς, ο πρώην διευθυντής της υπηρεσίας διαχείρισης ακινήτων της ΚΕΔ Γεώργιος Μητρόπουλος, ο πρώην αντιπρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γρηγόρης Κρόμπας, ο πρώην σύμβουλος Χριστόδουλος Μπότσιος, καθώς και οι Στέφανος Δέτσης και Ιωάννης Διονυσόπουλος.

Για τους πρώην υπουργούς, ωστόσο, το όνομα των οποίων είχε εμπλοκή στην υπόθεση των επίμαχων ανταλλαγών, το θέμα είχε κλείσει οριστικά και αμετάκλητα από τον Ιανουάριο του 2011. Έπειτα από δύο Εξεταστικές και μία Προανακριτική Επιτροπή στη Βουλή, τα μέλη του Συμβουλίου του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου αποφάνθηκαν πως ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα για τους τρεις πρώην υπουργούς Ευ. Μπασιάκο, Αλ. Κοντό και Π. Δούκα έχουν παραγραφεί, μετά τη διάλυση της Βουλής, στις 7 Σεπτεμβρίου του 2009, σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών.

Έτσι, αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη βρέθηκαν 14 από τους συνολικά 32 κατηγορουμένους της υπόθεσης, σε βάρος των οποίων είχαν ασκηθεί κακουργηματικές διώξεις από τον Μάιο του 2009.

Ανάμεσα στα πρόσωπα που είχαν βρεθεί αρχικά στο «στόχαστρο» ήταν και ο Γιάννης Αγγέλου, στενός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και διευθυντής του πολιτικού του γραφείου. Στις 20 Ιουλίου 2010 απολογήθηκε στην εφέτη ειδική ανακρίτρια Ειρήνη Καλού και κατόπιν αφέθηκε ελεύθερος με χρηματική εγγύηση 400.000 ευρώ και απαγόρευση εξόδου από τη χώρα. Ο Γιάννης Αγγέλου, πάντως, απηλλάγη τελικά με το αμετάκλητο βούλευμα του Αρείου Πάγου τον Νοέμβριο του 2014 και δεν παραπέμφθηκε σε δίκη. Έφυγε, ωστόσο, από τη ζωή πέρυσι τον Απρίλιο, πικραμένος, όπως λένε, όσοι τον γνώριζαν.

Τον Σεπτέμβριο του 2008, ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γιώργος Σανιδάς, ξανανοίγοντας τον φάκελο των ανταλλαγών ακινήτων της Μονής Βατοπεδίου με το ελληνικό Δημόσιο, παρήγγειλε έρευνα καταγράφοντας στο 17σέλιδο πόρισμα που συνέταξε: «Οι επικαλούμενοι τίτλοι της Μονής είναι άκυροι και ανίσχυροι. Οι γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων διάτρητες. Αγνοήθηκαν προκλητικά στοιχεία», θεωρώντας πως οι εμπλεκόμενοι υπουργοί είχαν παραπλανηθεί.

Τον Οκτώβριο του 2008, οι εισαγγελείς εφετών που διενεργούν την προκαταρκτική εξέταση Ελένη Σωτηροπούλου και Ηλίας Κολιούσης ζητούν να διαβιβαστεί ο φάκελος στη Βουλή, διότι «σκοντάφτουν» σε ενδεχόμενες ευθύνες υπουργών. Την άποψή τους δεν φαίνεται να συμμερίζεται ο κ. Σανιδάς, με αποτέλεσμα οι δύο εισαγγελικοί λειτουργοί, καταγγέλλοντας παρεμβάσεις, να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους από το Δικαστικό Σώμα, χωρίς όμως να γίνουν δεκτές από τον υπουργό Δικαιοσύνης.

Τον Δεκέμβριο του 2011 προφυλακίζεται ο ηγούμενος Εφραίμ, με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, μετά τη διαφωνία που είχαν για την τύχη του η εφέτης ειδική ανακρίτρια και ο εισαγγελέας. Αποφυλακίζεται, τελικά, τον Μάιο του 2012, με περιοριστικούς όρους.

Τον Οκτώβριο του 2013, το Συμβούλιο Εφετών παραπέμπει σε δίκη 14 από τους συνολικά 32 κατηγορουμένους της υπόθεσης, οι οποίοι ανά περίπτωση αντιμετωπίζουν ηθική και φυσική αυτουργία σε κακουργηματική απιστία, ψευδείς βεβαιώσεις και ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Βίντεο από εκπομπές με αιχμή του δόρατος πρωταγωνιστές της εποχής