SHARE

17 Ιουλίου 1987 – 17 Ιουλίου 2017… 30 χρόνια Robocop. Τρείς συλλαβές που μείνανε χαραγμένες στο μυαλό μας. Μια ταινία και μια εικονική φιγούρα της ποπ κουλτούρας (και οχι μόνο) των 80’s. Μα πάνω απο ολα μια ταινία που είχε πολλά περισσότερα να πει απο την εποχή που βγήκε.

Ο Paul Verhoeven, στη μεγαλύτερη του πρόκληση έως τότε, σκηνοθέτησε την ταινία που ουσιαστικά, του άνοιξε τις πύλες του Χόλιγουντ ( Ολική Επαναφορά και Βασικό Ένστικτο). Ο Ολλανδός σκηνοθέτης έχει ένα από τα πιο φανατικά fan club στην κοινότητα των σινεφίλ κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στο συγκεκριμένο έργο – αν και σίγουρα ήταν από τις top στιγμές του. Ο τύπος είναι ένας από τους πιο αθεόφοβους τρελάρες που άφησαν το στίγμα τους στην 7η τέχνη! Ποτέ του δεν ντράπηκε τα ακραία θέματα, τις ζόρικες εικόνες και τα ταμπού των παραγωγών. Γύριζε φιλμ που στην όψη τους ήταν b-movies, αλλά έκρυβαν πολλές αλληγορίες και έμμεσα μηνύματα για την ανθρώπινη φύση.

Έτσι κι εδώ, μεγαλουργεί με αυτή τη βάση. Όταν του έδωσαν το σενάριο, το πέταξε πιστεύοντας ότι ήταν ένα ανεγκέφαλο actioner. Με προτροπή της γυναίκας του (να’ναι καλά), το διάβασε ολόκληρο και κατάλαβε ότι το στόρι είχε πολλά να πει… Το Robocop, πέρα από τις σταθερές αξίες των action movies τις δεκαετίας του 80, ήταν μια ευφυής ταινία επιστημονικής φαντασίας, όπου η ανθρώπινη φύση έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα του μέλλοντος και κυρίως, την τεχνολογία.

 Οι καλές μπίζνες γίνονται όπου τις βρίσκεις – Αντιπρόεδρος της OCP

Όταν οι άπληστοι επιχειρηματίες δημιουργούν τον ήρωα, εκμεταλλευόμενοι το πτώμα ενός κακομοίρη αστυνόμου που πέθανε βάναυσα στο καθήκον, πιστεύουν ότι έχουν τον πλήρη έλεγχο μιας μηχανής που δεν έχει σκέψη, αισθήματα ή συνείδηση. «Ένα πρόγραμμα και τίποτε άλλο», όπως λένε. Όταν όμως ο Μέρφι αρχίζει να θυμάται, η φάση περιπλέκεται και σύντομα έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τους δολοφόνους του, αλλά με ολόκληρο το σύστημα που τον έφτιαξε σαν δικό του κομμάτι και πλέον τον αντιμετωπίζει σαν εχθρό.

Στα 30 χρόνια που πέρασαν από την κυκλοφορία της ταινίας οι περισσότερες από τις “προφητείες” του Βερχόφεν επιβεβαιώθηκαν με τον χειρότερο τρόπο. Ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως η εταιρεία μισθοφόρων Blackwater, ανέλαβαν αρκετές φορές καθήκοντα αστυνόμευσης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Νέα Ορλεάνη μετά το χτύπημα του τυφώνα Κατρίνα.

Το Ντιτρόιτ πλήρωσε παραδειγματικά το νεοφιλελεύθερο πείραμα με τη χρεοκοπία του, ενώ δεκάδες παρηκμασμένες περιοχές των αμερικανικών μεγαλουπόλεων γνώρισαν τον οδοστρωτήρα τού gentrification.

Όσο σοβαρό κι αν ακούγεται όλο αυτό πάντως, η ταινία μόνο σοβαρή δεν είναι! Το βαθύτερο νόημα του έργου βρίσκεται στον πάτο ενός λαχταριστού κοκτέιλ που δεν χορταίνεις να καταβροχθίζεις ξανά και ξανά! Το βάρος δίνεται στο χιούμορ, με το φιλμ να αποτελεί μια κοινωνική σάτιρα που παραμένει ξεκαρδιστική και επίκαιρη ακόμα και σήμερα, παρά τις διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες που υπήρχαν τότε…

Το Robocop φυσικά, εκτός από ένα κλασικό έργο, παραμένει σαν απομεινάρι μιας εποχής που πλέον έχει χαντακωθεί: αυτής των R-rated ταινιών δράσης, που είχαν πιο ενήλικη θεματολογία και δεν κώλωναν στο να δείξουν βία, βρισίδια και αίμα με τον κουβά!

Όταν δεν σε κάνει να γελάς, σε χτυπάει με εντυπωσιακή κι ακατάπαυστη δράση, που δεν θα βαρεθείς ποτέ να βλέπεις! Αληθινές εκρήξεις, ατελείωτο πιστολίδι και σχεδόν καθόλου κομπιουτερίστικα εφέ, προσφέρουν θέαμα που μας έχει λείψει φοβερά από τα σημερινά blocbusters. Ολα αυτά τυλιγμένα, βέβαια, με την υπέροχη μουσική του Basil Poledouris και την ιδέα του (όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος), να χρησιμοποιήσει δυο μουσικά μοτίβα. Ενα με την ορχήστρα (για το “ανθρώπινο” μέρος) και ενα με την χρήση συνθεσάιζερ (για το “μηχανικό” μέρος), κάτι που αντικατοπτρίζει τέλεια τις δυο “ψυχές” του Alex Murphy (Peter Weller).

Ο Weller είχε την τύχη να έχει το… σαγόνι που αναζητούσε ο Verhoeven, μιας και ήταν το μοναδικό φυσιογνωμικό στοιχείο που θα φαινόταν από τον πρωταγωνιστή του. Παρόλα αυτά,τα λίγα λεπτά που είναι ακόμα άνθρωπος, ο Weller είναι απόλυτα συμπαθής. Τρωτός και προσγειωμένος, ο Murphy απλά θέλει να φτάνει στο τέλος της ημέρας ζωντανός για να γυρίσει στην οικογένεια του και είναι χιλιόμετρα μακριά από τον κλασσικό ήρωα δράσης, γι αυτό άλλωστε και η βίαιη εκτέλεση του (στην οποία ο Verhoeven άφησε να εννοηθεί ότι έχει περάσει στοιχεία από τα μαρτύρια του Χριστού) είναι ανυπόφορη. Ακόμη, όμως κι αυτές οι σκληρές για την τότε ηλικία μας εικόνες, με το νεκρό και κρύο πρόσωπο του αστυνόμου Murphy σε κοινή θέα, εξελίχθηκαν σε μύθο χάρη στην ιδιαίτερη μορφή του Weller.

Εξαιρετική δουλεία όμως γίνεται και από το υπόλοιπο cast με τον Kurtwood Smith να μας δίνει έναν από τους κορυφαίους και πιο απολαυστικούς κακούς του μέλλοντος, την συμπαθητική και γεμάτη τσαμπουκά Nancy Allen και τους Ronny Coxx και τον πρόσφατα μακαρίτη Miguel Ferrer να έχουν ζωγραφισμένη την εταιρική απληστία στα πρόσωπα τους.

Στήν μνήμή μας, φυσικά, η τανία έχει αποτυπωθεί (μαζί με ολα τα άλλα) και ως η ταινία με τις καλύτερες one-line ατάκες στην ιστορία του σινεμά. Ατάκες του τύπου ‘Dead or alive you’re coming with me’, ‘Your move creep’ του Robo, αλλά και το επικό ‘I’d buy that for a dollar’ που γράψανε κινηματογραφική ιστορία.

Το Robocop από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ο Paul Verhoeven. Τα εφέ στέκονται μέχρι και σήμερα αξιόλογα (με εξαίρεση το Ed-209 που φαίνεται σε μερικά σημεία αρκετά ψεύτικο!) , ενω οι σκηνές βίας βάζουν τα γυαλιά στις σημερινές αποστειρωμένες και υπερβολικά καλογυαλισμένες παραγωγές.

Η επιτυχία και η κληρονομία του Robocop είναι πραγματικά στοιχεία ανεκτίμητα. Δυστυχώς όμως η συνέχεια δεν ήταν ποτέ και η ανάλογη. Οι μετέπειτα ταινίες και σειρές δεν μπόρεσαν να προσθέσουν νέα ισχυρά, μεταλλικά κομμάτια στον μύθο του ήρωα και με εξαίρεση κάπως το sequel του 1990 όπου ο συγγραφέας Frank Miller είχε μερικές άκρως υπερβολικές αλλά και ιδιαίτερες ιδέες τις οποίες ο σκηνοθέτης Irvin Kershner απέτυχε να αναδείξει, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το υπόλοιπο franchise απέτυχε οικτρά να μας προσφέρει κάτι το δυνατό.

Η πρόταση “Hell, they don’t make movies like this anymore”, που μας στοιχιώνει εδω και 30 χρόνια, αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο στο Honest trailer, των διάσημων Screen Junkies.