SHARE

Ο Jim Morrison είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που κέρδισαν την αιώνια αθανασία. Ίσως γιατί πέθανε νέος, με το όμορφό πρόσωπό του να παραμένει για πάντα νέο και να συμβολίζει την αντίδραση, την διαφοροποίηση, το παρελθοντικό κατεστημένο και τα πρέπει. 

Γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1943 στην Φλόριντα. Ήταν γιος στρατιωτικού και η σχέση με τον πατέρα του δεν ήταν ποτέ καλή. Ο ένας δεν άντεχε τον άλλο. Ο πατέρας του τον θεωρούσε πληγή, ενώ η αντίδραση έγινε η δεύτερη φύση του Jim. Σε ηλικία τεσσάρων ετών έγινε αυτόπτης μάρτυρας ενός θανατηφόρου ατυχήματος μιας οικογένειας ιθαγενών στην έρημο. Δεν θα το ξεχάσει ποτέ. Τουλάχιστον τρία τραγούδια του αναφέρονται σε αυτό το τραγικό συμβάν.

Μετακόμιζε συχνά, λόγω των μεταθέσεων του πατέρα του. Στα 21 θα μετακομίσει στο Los Angeles, όπου θα σπουδάσει στο UCLA. Εκεί θα γνωρίσει τον Ray Manzarek και θα ιδρύσουν ένα συγκρότημα που θα στιγμάτιζε την παγκόσμια μουσική: Τους The Doors.

Σύντομα το συγκρότημα θα αποκτήσει και τα άλλα δυο μέλη του. Έγραφε στίχους, τραγουδούσε και προκαλούσε σε κάθε του εμφάνιση. Στην σκηνή ήταν εξωστρεφής και υπερβολικός, αλλά στην προσωπική του ζωή ήταν εσωστρεφής και μοναχικός. Μονάχα ο φίλος του ο Ray Manzarek μπορούσε να τον καταλάβει απόλυτα, να τον επηρεάσει και να τον σπρώξει. Ο Jim Morrison μας χάρισε πολλούς όμορφους στίχους. Το μείγμα της ροκ με την μπλουζ, μαζί με τους ψαγμένους του στίχους, όπως στο «The End» που αναφέρεται στην σχέση του με τον πατέρα του ή στο «People are strange» μια ωδή στους ανθρώπους που δεν τα πάνε καλά με τους κοινωνικούς κανόνες. Όπως ο ίδιος.

Το 1967, οι The Doors θα υπογράψουν συμβόλαιο. Κέρδισαν αμέσως παγκόσμια αναγνώριση. Η μουσική, οι στίχοι και το πρόσωπο του Morrison, τους έκανε περιζήτητους και ακόμα περισσότερο τον Jim Morrison. Ο Morrison όμως δεν μπορούσε να το διαχειριστεί. Από το 1968 κιόλας, εμφανιζόταν μεθυσμένος στην σκηνή και άρχισε να γίνεται όλο και πιο προκλητικός. Το 1969, σε μια συναυλία στο Μαϊμι, τα πράγματα ξέφυγαν. Ο Morrison προσπάθησε να προκαλέσει το κοινό. Τους έλεγε σκλάβους. Τους ρώτησε γιατί ήρθαν σε αυτήν τη συναυλία. Γι’ αυτόν η απάντηση ήταν σίγουρη: «Ήρθατε να δείτε το πέος μου, έτσι δεν είναι;», είπε και αφού πρώτα το κάλυψε με την μπλούζα του, το έδειξε σε αυτούς που υποτίθεται πως ήθελαν να το δουν.

Τα ΜΜΕ αφηνίασαν και τέσσερις μέρες αργότερα, ο Δήμος του Μαϊάμι (του οποίου η έδρα ήταν ακριβώς απέναντι από τον συναυλιακό χώρο) εξέδωσε ένταλμα για τη σύλληψή του. Προσβολή της δημοσίας αιδούς και δημόσια μέθη, μεταξύ άλλων οι κατηγορίες. Η δίκη έγινε τον επόμενο χρόνο. Για τον Morrison η δίκη ήταν μια ευκαιρία για ένα mind-game με το κατεστημένο. Δεν κέρδισε όμως ένα σώμα ενόρκων, ανάμεσα στους οποίους ο μικρότερος ήταν 42 ετών. Και μέσα σε τεράστια απογοήτευση, δέχτηκε την ποινή των 8 μηνών σε καταναγκαστικά έργα. Οι δικηγόροι του άσκησαν έφεση και τότε έγινε το ταξίδι στο Παρίσι.

Εμφανώς καταβεβλημένος, ηττημένος, χωρίς καμία όρεξη για ζωή. Τέσσερις μήνες αργότερα, στις 3 Ιουλίου του 1971, αυτοκτόνησε στο μπάνιο του. Ήταν μόλις 27 ετών.

Η κίνηση του Morrison εκείνη την ημέρα έδειξε να είναι η αρχή του τέλους. Η τελευταία του μάχη με το σύστημα που δεν μπορούσε να κερδίσει, χάνοντας έτσι τον εαυτό του και τη θέλησή του. Μερικοί τον κατηγορούν για αυτοκαταστροφή, άλλοι πάλι λένε πως έβλεπε πολύ πιο μπροστά από τους υπόλοιπους, ήταν οραματιστής. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι άφησε το στίγμα του στην παγκόσμια μουσική για πάντα.