SHARE

ακριβώς πριν από 37 χρόνια, στις 7 Νοεμβρίου του 1980 , έφευγε απο την ζωή ο Steve McQueen, ο ένας, μοναδικός κι ανεπανάληπτος “King of cool”. Με αφορμή λοιπόν αυτή την επέτειο, ας θυμηθούμε ορισμένα πράγματα, που αποκαλύπτουν τον άνθρωπο πίσω από το μύθο.

“Πέρασα χρόνια προσπαθώντας από τη μια να εκμεταλλευτώ τους πάντες και από την άλλη να κατανοήσω που ταίριαζα σε όλο αυτό το μπουρ%$&ο γύρω μου. Τελικά, συνειδητοποίησα ότι δεν «κόλλαγα» πουθενά”.       – Steve McQueen

Ο Steve McQueen ήταν απόμακρος, σκληρός και ταυτοχρόνως τρυφερός και εύθραυστος. Ήταν η πιο cool ανδρική φιγούρα του Χόλιγουντ σε εποχές που το γκλάμουρ σήμαινε κάτι περισσότερο από χρυσόσκονη στον άνεμο, αλλά συνάμα και ένας σπουδαίος ηθοποιός που θα μπορούσε να παίζει ακόμη και με την πλάτη γυρισμένη στον φακό, όπως είχε ειπωθεί κάποτε γι’ αυτόν.

Ένας από τους τελευταίους θρύλους του Χόλιγουντ και από τους πιο ακριβοπληρωμένους σταρ όλων των εποχών. Ειδικευμένος σε ρόλους αντι-ήρωα, γνωστός και ως “The king of cool” , ο “Bullit” είναι ένας μύθος που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή πριν χάσει τη μάχη του με την επάρατη νόσο, πριν 37 χρόνια.

Ο Terence Steven “Steve” McQueen, όπως ήταν και το πλήρες όνομά του, δεν ήταν από τα παιδιά που γεννήθηκαν βλέποντας τον κόσμο να απλώνεται μπροστά τους. Ο πατέρας του, πιλότος σε τσίρκο, εγκατέλειψε το γιό του και τη γυναίκα του, αφήνοντας τον Steve σε ηλικία μόλις έξι μηνών. Η μητέρα του πάλι, λόγω του νεαρού της ηλικίας της, με μεγάλα προβλήματα αλκοολισμού και αδυνατώντας να παρέχει τα απαραίτητα στο παιδί της, έδωσε τον μικρό στους γονείς της.. Στην πραγματικότητα όμως αυτή η απόφαση της ήταν που τον έσωσε, αφού δίπλα στον παππού του Claude McQueen «έμαθε πάρα πολλά πράγματα για τη ζωή, κυρίως τον τρόπο να είναι ένας καλός, δυνατός και ήρεμος άντρας», όπως εξομολογήθηκε πολλά χρόνια αργότερα σε κάποια συνέντευξή του.

Όταν ο Steve ήταν τεσσάρων ετών, ο Claude του χάρισε ένα κόκκινο τρίκυκλο, που ο McQueen αργότερα δήλωσε πως ήταν αυτό που άναψε μέσα του τη φλόγα για τα αυτοκίνητα και τους αγώνες.

 

Στην ηλικία των 8, η μητέρα του τον πήρε πίσω. Έζησε μαζί της και με τον νέο της σύζυγο, με τον οποίο ωστόσο είχαν προστριβές από το ξεκίνημα, που δεν άργησαν να γίνουν βίαιες. Την κατάσταση δεν βοήθησαν και οι μαθητικές δυσκολίες που αντιμετώπισε, καθώς ήταν δυσλεκτικός. Τελικά έφυγε από το σπίτι στα 16. Στα 17 κατατάχτηκε στον στρατό και συγκεκριμένα στους πεζοναύτες, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Ο χαρακτήρας του δεν του επέτρεψε ποτέ να προαχθεί στην ιεραρχία, όμως κατάφερε να σώσει 5 άλλους πεζοναύτες τραβώντας τους από ένα τανκ, καθώς εκείνο βυθιζόταν στη θάλασσα της Αρκτικής. Αργότερα βρέθηκε στην πολιτεία της Καλιφόρνια, όπου είχε την πρώτη του επαφή με τον κόσμο του κινηματογράφου. Ύστερα και από αυτό, αληθινός τυχοδιώκτης πλέον, εξασφάλιζε τα προς το ζην με δουλειές του ποδαριού.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ξεκίνησε την καριέρα του στην υποκριτική, κυρίως μέσα από την τηλεόραση, όπου έγινε γνωστός από τη σειρά γουέστερν «Tales of Wells Fargo», ενώ έψαχνε τη μεγάλη του ευκαιρία για πέρασμα στον Κινηματογράφο. Τελικά, η εκτόξευσή του ήρθε το 1959, όταν έπαιξε στην ταινία «Never So Few», στο πλευρό του Frank Sinatra. Ο McQueen ήταν ιδανικός για να ερμηνεύει λιγομίλητους, σκληρούς και μυστηριώδεις χαρακτήρες, ενώ η ομολογουμένως εντυπωσιακή του εμφάνιση δεν άργησε να τον μετατρέψει σε καυτό όνομα της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Οι μεγάλες επιτυχίες δεν άργησαν να ακολουθήσουν, αφού τη δεκαετία του ’60 εξελίχτηκε στον πιο ακριβοπληρωμένο ηθοποιό της εποχής και σε έναν τεράστιο σταρ που το κοινό λάτρευε.

Η πρώτη “επαφή” με τον Steve McQueen και τούς θεατές έγινε σ΄εκείνο το αξέχαστο επικό γουέστερν της δεκαετίας του ’60 “The Magnificent Seven”. Και τότε οι φίλοι του κινηματογράφου, πλάι στον Julij Briner γνώρισαν μερικά καινούργια αστέρια. Τρεις από αυτούς θα έκαναν μεγάλη καριέρα. Ο Steve McQueen, ο James Coburn και ο Charles Bronson. Λίγα χρόνια αργότερα το κοινό θα συναντούσε τους τρεις αυτούς πρωταγωνιστές σε μια άλλη επική ταινία. Αυτή τη φορά ήταν μια πολεμική περιπέτεια με φόντο τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ένα γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ήταν “Η Μεγάλη Απόδραση” που εξιστορούσε τις προσπάθειες των Αμερικανών και Άγγλων αιχμάλωτων σ` αυτό το στρατόπεδο να αποδράσουν. Παρ` όλο που η ταινία είχε ενα αξέχαστο all-star cast, με παλιά και καινούργια ονόμα, δεν χρειαζόταν και πολύ για να καταλάβεις ότι ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας… ήταν ο Steve McQueen.

Στον ρόλο ενός ατίθασου και γεμάτου χιούμορ κρατούμενου, που δεν σταματά σε τίποτα στην προσπάθεια του να αποδράσει, ο Steve McQueen αναγνωρίστηκε απ` όλους σαν ένα καινούργιο μεγάλο αστέρι. Στις τελευταίες σκηνές της ταινίας όπου πάνω σε μια μοτοσυκλέτα προσπαθεί να περάσει ένα ψηλό συρματόπλεγμα που χώριζε την Χιτλερική Γερμανία από την  Ελβετία, πάνω στην μοτοσυκλέτα βρισκόταν ο ίδιος ο McQueen, που δεν δέχτηκε να ντουμπλαριστεί από κασκαντέρ. Εξ άλλου και στην πραγματική ζωή του, το είχε με τα επικίνδυνα σπορ και συχνά έπαιρνε μέρος σε αγώνες ταχύτητας. Εξ άλλου το ίδιο συνέβη και σε κάποιες ταινίες που έφτιαξε αργότερα, όπως το “Bullit”, που δημιούργησε μια καινούργια μόδα στο στυλ των καταδιώξεων με αυτοκίνητο και στο “Le Mans”. Και στις δυο αυτές ταινίες ο McQueen οδηγεί στις περισσότερες σκηνές ο ίδιος τα αυτοκίνητα που τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Μετά την “Μεγάλη Απόδραση” ο McQueen βλέπει την φήμη του, αλλά και το κασέ του να ανεβαίνουν ιλιγγιωδώς, όπως φυσικά και οι ρόλοι που του προσφέρονταν. Έτσι το 1966 έρχεται η πρώτη και μοναδική υποψηφιότητα για Όσκαρ για την ερμηνεία του στην ταινία “The Sand Pebbles“. Επόμενη μεγάλη του επιτυχία… το “Βullitt” του 1968, όπου οι σκηνές της καταδίωξης με την πράσινη Ford Mustang στους δρόμους του Σαν Φραντσίσκο, αποτελούν κατά γενική ομολογία την επιτομή των ταινιών του είδους.

Και όμως. Το “Τhe Thomas Crown Affair“, ήταν αυτό που την ίδια περίοδο, βοήθησε την καριέρα του κυριολεκτικά να εκτοξευτεί, με τον ρόλο για τον οποίον θα έμενε “κλασικός” στην ιστορία του κινηματογράφου.

Στo “Τhe Thomas Crown Affair” στον ρόλο ενός εκατομμυριούχου που κλέβει διάσημους πίνακες ζωγραφικής από χόμπι, ο McQueen έφτιαξε έναν αξέχαστο κινηματογραφικό ήρωα, ενώ μαζί με την Faye Dunaway που πρωταγωνιστούσε δίπλα του έφτιαξαν ένα κλασικό κινηματογραφικό ζευγάρι. Η σκηνή που παίζουν σκάκι είναι μια από τις μεγάλες ερωτικές κινηματογραφικές σκηνές, ενώ το ίδιο ήταν και η βόλτα τους με το ανεμόπλανο καθώς παίζει το μουσικό μοτίβο της ταινίας. Το επίσης αξέχαστο κομμάτι ” The windmills of your mind”.

Ακολούθησε το 1971 το επικού χαρακτήρα «Le Mans», με εκπληκτικές σκηνές και πλάνα από τον 24ωρο αγώνα μεταξύ των Porsche «917» και των Ferrari «512S», τα οποία δεν ξεπεράστηκαν ποτέ. Την επόμενη χρονιά τον θαύμασαν στις κινηματογραφικές αίθουσες με το «Getaway», ενώ το 1974 πρωταγωνίστησε μαζί με τον Paul Newman στον «Πύργο της Κολάσεως». Για πολλούς βέβαια η καλύτερη στιγμή του ήταν ο “Πεταλούδας” του 1973 με τον Dustin Hoffman, αλλά αν κάποιος μπορούσε να ρωτήσει τον ίδιο, εκείνος θα του απαντούσε με δύο μόνο λέξεις: «Le Mans».

Προτιμώ χίλιες φορές να ξυπνήσω στη μέση του πουθενά παρά σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου. – Steve McQueen

«Οι αγώνες αυτοκινήτου είναι η ίδια η ζωή. Ό,τι συμβαίνει πριν ή μετά από αυτούς, είναι απλώς αναμονή». Με αυτά τα λόγια απαντούσε ο Steve στους δημοσιογράφους, όταν στις συνεντεύξεις που του έπαιρναν, τον ρωτούσαν τι σημαίνουν γι αυτόν οι αγώνες. Έπαιρνε πολύ συχνά μέρος σε αυτούς, σχεδόν πάντα με ψευδώνυμο, ώστε να μην τον αναγνωρίζουν αμέσως και να μην έχει ιδιαίτερη μεταχείριση από τους διοργανωτές και τους συναθλητές του. Φρόντιζε μάλιστα να μην έχει γυρίσματα ταινιών μέσα στο καλοκαίρι, ώστε να μπορεί να αγωνίζεται απρόσκοπτα.

Εκτός από αυτό, συμμετείχε με ιδιαίτερη αγάπη και σε off-road αγώνες με οχήματα ελεύθερου χρόνου και μοτοσικλέτες. Ένα από τα καλύτερα αποτελέσματά του ήταν η δεύτερη θέση στις «12 ώρες» του Σίμπρινγκ, 23 μόλις δευτερόλεπτα πίσω από τη Ferrari «512S» των Μάριο Αντρέτι, Ιγκνάτσιο Τζιούντι και Νίνο Βακαρέλα. Στον αγώνα εκείνο είχε συνοδηγό τον Πίτερ Ρέβσον, ενώ η Porsche 908/03 Spyder που χρησιμοποίησε έλαβε μέρος με ενσωματωμένη επάνω της κάμερα και στα γυρίσματα της ταινίας «LeMans».

Μία από τις επιθυμίες του που δε μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν, ήταν να οδηγήσει στο θρυλικό 24ωρο αγώνα μια Porsche 917 μαζί με τον Σκοτσέζο πρωταθλητή της F1 Τζάκι Στιούαρτ. Όπως χαρακτηριστικά λέει σήμερα ο γιός του γι αυτόν «ως οδηγός αγώνων δε φοβόταν να πάρει ρίσκα, όμως γνώριζε ως πού έφταναν τα όρια και οι δυνατότητές του». Όταν πια τα χρήματα έπαψαν να αποτελούν πρόβλημα γι αυτόν αγόραζε όλα τα αυτοκίνητα που του άρεσαν και τα πρόσθετε στην προσωπική συλλογή του. Ανάμεσά τους οι Porsche «917» και «908» που χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία «Le Mans», όπως και η Ferrari «512S» από την ίδια ταινία. Επίσης, κατείχε μια Ferrari «250 Lusso Berlinetta» του 1963, μια Jaguar «D-Type XKSS», μια Porsche «356 Speedster» και άλλα πολλά. Όσο για τη συλλογή μοτοσικλετών, αυτή ξεπερνούσε τα 100 κομμάτια.

Πέρα από τη δεδομένα εντυπωσιακή εξωτερική του εμφάνιση, ο Steve McQueen κατάφερνε πάντα να μεταφέρει την επαναστατική και ασυμβίβαστη προσωπικότητά του και στο ντύσιμό του. Ακόμα και σήμερα, 35 χρόνια μετά το θάνατό του, θεωρείται ένα διαχρονικό σύμβολο του στυλ, της αρρενωπότητας και της κομψότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εκδηλώσεις θαυμασμού και λατρείας για τον ίδιο και τα αντικείμενα που κατείχε ήταν πάντα ακραίες και φτάνουν μέχρι την εποχή μας: το 2012, σε μια δημοπρασία, το θρυλικό ρολόι Tag Heuer που φορούσε στο Le Mans πουλήθηκε έναντι 651.000 δολαρίων.

Στην καθιέρωσή του στις συνειδήσεις των ανθρώπων συνέβαλε ασφαλώς και ο τρόπος ζωής του, καθώς και η συμπεριφορά του. Περιστοιχιζόταν πάντοτε από ωραίες γυναίκες, παντρεύτηκε τρεις φορές, ήταν μανιώδης καπνιστής, με καταχρήσεις κάθε είδους, δεν δίσταζε ποτέ να πει τη γνώμη του μπροστά στην κάμερα τόσο για σοβαρά ζητήματα όσο και για άλλους σταρ και, σε γενικές γραμμές, ήταν αυτό ακριβώς που θέλουν οι άνθρωποι από έναν σταρ αυτού του μεγέθους: έδειχνε να μην δίνει δεκάρα για τη γνώμη οποιουδήποτε. Έκανε αυτό που ήθελε, ήταν με αυτούς που ήθελε, έλεγε αυτό που ήθελε. Όσο κι αν, φυσικά, δεν είναι δυνατόν να εγκρίνουμε όλοι μια τέτοια συμπεριφορά, ο καθένας μας έχει σκεφτεί και επιθυμήσει, έστω και στιγμιαία, τη δυνατότητα μιας τέτοιας, απόλυτης ελευθερίας.

Ο Steve McQueen έφυγε από τη ζωή στις 7 Νοεμβρίου του 1980, σε ένα νοσοκομείο στο Μεξικό. Χτυπημένος από τον καρκίνο, πήγε στο Μεξικό για να δοκιμάσει θεραπείες που ήταν απαγορευμένες στα νοσοκομεία των Η.Π.Α. Μια μόλις μέρα νωρίτερα είχε υποβληθεί σε επιτυχημένη επέμβαση, όμως το ήδη καταπονημένο σώμα του δεν άντεξε.

Έχοντας ζήσει μια αξιοζήλευτη, ασφυκτικά γεμάτη αν και σύντομη ζωή, ο Steve McQueen έμεινε χαραγμένος στη μνήμη της γενιάς του. Ευθύς, αρρενωπός, τραχύς, οξύθυμος και ασυμβίβαστος, κατόρθωσε να γίνει ο μεγαλύτερος σταρ της έποχής του. Ήταν μόλις 50 χρονών …και ένας μύθος περνά στην ιστορία…

Φιλμογραφία

Girl on the Run (1953)
Εμείς οι Ζωντανοί (Somebody Up There Likes Me) (1956)
Never Love a Stranger (1958)
Ηφαίστειο αίματος/Η μάζα (The Blob) (1958)
The Great St. Louis Bank Robbery (1959)
Never So Few (1959)
Και οι εφτά ήταν υπέροχοι (The Magnificent Seven) (1960)
Όλοι για το Μόντε Κάρλο(The Honeymoon Machine) (1961)
Hell Is for Heroes (1962)
The War Lover (1962)
Η μεγάλη απόδραση (The Great Escape) (1963)
Soldier in the Rain (1963)
Love with the Proper Stranger (1963)
Baby the Rain Must Fall (1965)
Ο χαρτοπαίκτης (The Cincinnati Kid) (1965)
Nevada Smith (1966)
Τα Βότσαλα της Άμμου(The Sand Pebbles) (1966)
Think Twentieth (1967) (short subject)
(Bullitt: Steve McQueen`s Commitment to Reality) (1968) (short subject)
Υπόθεση Τόμας Κράουν (The Thomas Crown Affair) (1968)
Μπούλιτ (Bullitt) (1968)
The Reivers (1969)
Le Mans (1971)

On Any Sunday (1971) (documentary)
Junior Bonner (1972)
The Getaway (1972)
The Life and Legend of Bruce Lee (1973) (documentary)
Ο Πεταλούδας (Papillon) (1973)
Ο πύργος της Κολάσεως (The Towering Inferno) (1974)
Dixie Dynamite (1976) (Cameo)
Bruce Lee, the Legend (1977) (documentary)
An Enemy of the People (1978) (also executive producer)
Tom Horn (1980) (also executive producer)
Ο διώκτης (The Hunter) (1980)