- Advertisement -

«Δεν υπάρχουν ενδείξεις για στέλεχος του κορονοϊού SARS-CoV-2 με ελληνική προέλευση» ανέφεραν σε κοινή τους δήλωση ο Γκίκας Μαγιορκίνης, επίκουρος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, και ο Θάνος Δημόπουλος, πρύτανης του ΕΚΠΑ και επεσήμαναν ότι «η ονοματολογία των νέων στελεχών του κορoνοϊού SARS-CoV-2 αποτελεί μία αρκετά πολύπλοκη διαδικασία, καθώς σε κάθε αναπαραγωγή του ιού δημιουργούνται μεταλλάξεις, καθότι ο μηχανισμός πολλαπλασιασμού κάνει λάθη κατά την διαδικασία αντιγραφής του γενετικού υλικού. Οι ιοί λοιπόν που προκύπτουν φέρουν συνδυασμούς μεταλλάξεων οι οποίες συγκεντρώνονται σε βάθος χρόνου. Όταν ένας ιός καταφέρει, είτε από τύχη είτε λόγω πλεονεκτήματος, να επεκταθεί στον πληθυσμό και διαφέρει αρκετά από άλλους ιούς λόγω του συνδυασμού των μεταλλάξεων που κουβαλάει, τότε δημιουργεί έναν νέο εξελικτικό κλάδο και ονομάζεται ως στέλεχος».

Σημείωσαν επίσης ότι «τα τελευταία χρόνια αποφεύγεται ο χαρακτηρισμός των στελεχών με γεωγραφική τοποθεσία γιατί δημιουργεί στίγμα με αρνητικές συνέπειες στην δημόσια Υγεία. Για αυτό το λόγο τα στελέχη ονοματίζονται με βάση τον εξελικτικό κλάδο που έχουν προκύψει σύμφωνα με συνδυασμό λατινικών γραμμάτων και αριθμών που αναπαριστούν την εξελικτική ιστορία του στελέχους». Ειδικότερα, για το στέλεχος Β.1.1.318, το οποίο αποτελεί το δεύτερο σε συχνότητα στέλεχος που απομονώνεται στην ελληνική επικράτεια τους τελευταίους μήνες, αξίζει να σημειωθεί ότι το στέλεχος απομονώθηκε για πρώτη φορά στη Νιγηρία αλλά ήδη απομονώνεται σε πλήθος άλλων χωρών σύμφωνα με την πλατφόρμα GISAID, όπως Ηνωμένο Βασίλειο, Βέλγιο, Αυστρία, Γερμανία, Σουηδία, Φινλανδία, Γαλλία, Λουξεμβούργο, Ελβετία, Σλοβενία, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Καναδάς, Αυστραλία, Ιαπωνία, Σιγκαπούρη, Μπαγκλαντές, Αργεντινή, Γκάμπια, Γκαμπόν και Τουρκία. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το συγκεκριμένο στέλεχος έχει ελληνική προέλευση ή κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα για την οποία μπορεί να ονοματισθεί με αυτόν τον τρόπο» κατέληξαν.

Νωρίτερα το πρωί της Τρίτης, ο καθηγητής Γκ. Μαγιορκίνης φάνηκε αρκετά δυσαρεστημένος με την απόδοση του ονόματος «αθηναϊκή» στη νέα μετάλλαξη από τα Μέσα μαζικής ενημέρωσης και σε τηλεοπτική του εμφάνιση στο ΣΚΑΪ επεσήμανε ότι, «απομονώθηκε στην Νιγηρία, δεν απομονώθηκε στην Ελλάδα, και μάλιστα τον Φεβρουάριο» και πως για αυτό τον λόγο θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται ως «νιγηριανή». Ανέφερε επίσης πως η μετάλλαξη βρίσκεται υπό διερεύνηση«γιατί βλέπουμε ότι αυξάνεται η συχνότητά της, δηλαδή βλέπουμε περισσότερα κρούσματα από ότι συνήθως, ωστόσο αυτό το έχουμε δει και με άλλες μεταλλάξεις. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ότι αποδεικνύεται αυξημένη μετάδοση. Για παράδειγμα, η νοτιοαφρικάνικη ενώ στην αρχή φαινόταν ότι ήταν έτσι, δεν το είδαμε». Καθησύχασε επίσης για τη μεταδοτικότητά της υποστηρίζοντας πως «δεν έχει δημιουργήσει ιδιαίτερο πρόβλημα, ενώ έχει μπει σε πολλές χώρες. Δεν αποδεικνύεται η αυξημένη μετάδοση» και προσέθεσε πως «γενικά δεν μας πολυαπασχολεί σε αυτή τη φάση, αλλά δεν την υποτιμούμε κιόλας».

Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και ο Γιώργος Παναγιωτακόπουλος, αντιπρόεδρος του ΕΟΔΥ και Επίκουρος καθηγητής Κλινικής Φαρμακολογίας, επισημαίνοντας σε πρωινή εκπομπή του MEGA πως αν και δεν είναι ακόμη γνωστό πόσο ανθεκτική είναι η εν λόγω μετάλλαξη στην ανοσολογική απόκριση των εμβολίων, «είναι δύσκολο μόνο μία παραλλαγή να ακυρώσει ένα εμβόλιο».

Όσον αφορά στο ζήτημα των εμβολιασμών όσων έχουν ήδη νοσήσει ανέφερε πως συστήνεται μία δόση του εμβολίου, η οποία έχει ρόλο της επαναληπτικής δόσης, ενώ προσέθεσε πως «συζητείτο στους κύκλους των ειδικών κυρίως στους κύκλους των ανοσολόγων, αυτή η θέση με τα δεδομένα που συγκεντρώνονται μπορεί να γίνει κεντρική οδηγία. Συνήθως δεν εμβολιάζουμε πριν τον τρίτο μήνα (νόσησης).» Σχετικά με το εμβόλιο της AstraZeneca και τη διστακτικότητα των πολιτών ανέφερε πως «το πρόγραμμα του εμβολιασμού συνεχίζεται απρόσκοπτα, ο ρυθμός είναι τουλάχιστον ικανοποιητικός» και κατέληξε λέγοντας πως «ο ΕΟΔΥ δεν καταγράφει το πρόγραμμα των εμβολιασμών. Έχουμε μια εικόνα της χώρας και προσωπικά και συνολικά. Ο δισταγμός σχετίζεται με ορισμένα σπάνια περιστατικά θρομβώσεων. Η αντιμετώπιση του φαινομένου είναι η ειλικρίνεια και η καλή ενημέρωση».