Call of Duty: Black Ops Cold War Review – Ένα καλοδουλεμένο θρίλερ κατασκοπείας και παράνοιας

Αν πριν μερικά χρόνια μας έλεγε κάποιος ότι θα βγει ένα βαρύ story-driven Call of Duty campaign που θα ενθουσιάσει και θα επιστρέψει τη σειρά στις παλιές της δόξες, το πιο πιθανό είναι να το παίρναμε ως αστείο. Όπως όλοι γνωρίζουμε, η σειρά εδώ και χρόνια δίνει προτεραιότητα στο multiplayer, ακολουθώντας παράλληλα τη μόδα του battle royale, με microtransactions, season passes και άλλες σύγχρονες «ασθένειες» που έκαναν τους fans να έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη σειρά. Τουλάχιστον, όσον αφορά το campaign δηλαδή, γιατί κρίνοντας από τις πωλήσεις, το multiplayer βαστά καλά την σκληροπυρηνική βάση των παικτών στις online αρένες. Τα πολεμικά first person shooters είναι καλώς ή κακώς μια κατηγορία που δυστυχώς έχει χάσει τα συστατικά που κάποτε την έκαναν συναρπαστική. Και δεν μιλάω για το gunplay, το οποίο έχει μείνει σχεδόν στα ίδια ίσως και καλύτερα επίπεδα απ’ ότι στο παρελθόν, αλλά το να έχουν έστω λίγο νόημα και συνεπώς ενδιαφέρον αυτά που κάνεις. Λίγο το multiplayer κομμάτι, λίγο το battle royale, το σίγουρο πάντως είναι ότι το campaign mode δε φέρνει τα ίδια χρήματα στα ταμεία των εταιριών, με αποτέλεσμα σταδιακά να παραγκωνιστεί.

Συνεπώς, ανεξαρτήτως, αν κάποιος είναι ή όχι λάτρης της κατηγορίας, ήξερε ακριβώς κάθε χρόνο τι να περιμένει από ένα Call of Duty. Σίγουρα η σειρά Black Ops, όπως αντίστοιχα και η εκείνη του Modern Warfare, βρίσκεται στη κορυφή των προτιμήσεων μεταξύ των fans, όχι μόνο για το εξαιρετικό τους multiplayer, αλλά γιατί διέθεταν ένα αξιοπρεπές campaign με πλοκή και δυναμικές προσωπικότητες. Τόσο, που οι παίκτες δέθηκαν μαζί τους και μνημονεύονται μέχρι σήμερα. Προσωπικά μου κάθετε στο στομάχι αυτό που λένε «οκ, ακόμα ένα Call of Duty». Αυτό όμως μου δε μου κάθεται περισσότερο καλά, είναι το πόσο εύκολα ακόμα και οι σκληροπυρηνικοί fans συμβιβάστηκαν και αποδέχθηκαν αυτή την απαξίωση. Ναι, σαφώς και η προπαγάνδα υπέρ των Αμερικάνων είναι έντονη γενικά στα παιχνίδια αυτά, αλλά από την άλλη και σε ποιο άλλο μέσο δεν είναι; Πιστεύω πως όταν ξέρεις τι πας να παίξεις (ή να δεις στον κινηματογράφο), δεν χρειάζεται να κολλάς σε τέτοιες λεπτομέρειες που θα σε εμποδίσουν να χαρείς τη συνολική εμπειρία και το fan factor που προσφέρουν. Αρνητικά, άλλωστε, αν ψάξεις και έχεις από πριν τη διάθεση να θάψεις, θα βρεις παντού.

Το Call of Duty: Black Ops Cold War όπως και τα παιχνίδια πριν από αυτό, προφέρει ένα τρίπτυχο συναρπαστικών εμπειριών για όλα τα γούστα, χωρίς επιτέλους να επικεντρώνεται αποκλειστικά στους multiplayer παίκτες. Αντιθέτως, η συνεργασία Treyarch και Raven Software παρέδωσε ένα εξαιρετικό campaign, το οποίο φέρει νέα τολμηρά στοιχεία και επιλογές στο τραπέζι, που όμοιά τους δεν έχουν ξαναγίνει σε τέτοιο βαθμό στο παρελθόν. Στο δε online κομμάτι, φέρει νέα modes, περισσότερο και εκτεταμένο customization και ενδιαφέροντες χάρτες με ιδιαίτερες προκλήσεις. Είναι όμως ένας άξιος διάδοχος του πρώτου Black Ops (2010);

Το νέο κεφάλαιο αφορά ένα απευθείας sequel του αρχικού Black Ops τίτλου, κατά το οποίο οι παίκτες θα βιώσουν την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου στις αρχές της δεκαετίας του 80. Το single-player campaign μας τοποθετεί στο επίκεντρο μια παγκόσμιας θεωρίας συνωμοσίας, με λατρεμένους χαρακτήρες να επιστρέφουν, όπως οι Woods, Mason και Hudson, έχοντας ωστόσο και ένα νέο καστ χαρακτήρων στο πλευρό τους. Η πλοκή τοποθετείται στη χρονική περίοδο μεταξύ 60s και 80s όπου η CIA βρίσκεται στο κατόπι του Perseus. Στην πραγματική ιστορία, ο Perseus πιστεύεται πως είναι ένας σοβιετικός κατάσκοπος, ο οποίος το 1943 παραβίασε το Manhattan Project, κλέβοντας και παραδίδοντας τα απόρρητα μυστικά σχέδια της ατομικής βόμβας της Αμερικής στη Σοβιετική Ένωση. Μια ενέργεια, που γέννησε με φόβο και παράνοια εκείνη την εποχή στους Αμερικανούς, πιστεύοντας πως θα τα χρησιμοποιήσουν για να χτυπήσουν τη Δύση. Λέγεται μάλιστα πως η ταυτότητα του εν λόγω πράκτορα δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

Το σενάριο του παιχνιδιού καταπιάνεται με τη διαλεύκανση αυτού του μυστηρίου, καλύπτοντας το κενό που υπάρχει στην ιστορία. Συνεχίζοντας από αυτό το σημείο στο παιχνίδι, ο Αμερικανός πρόεδρος Reagan κινητοποιεί την ομάδα Black Ops, προκειμένου να ξεσκεπάσει τον σκιώδη πράκτορα, ο οποίος μετά την επανεμφάνισή του για άγνωστο λόγο το 1968 στο Βιετνάμ, πιστεύεται πως επέστρεψε. Με αρχηγό της αποστολής τον Russell Adler και την υπόλοιπη ομάδα της CIA, θα κληθούμε να ακολουθήσουμε τα ίχνη του σε ένα ανελέητο κυνηγητό γάτας-ποντικού που μας τοποθετεί σε διάφορες χρονολογίες και μέρη του κόσμου.

Το campaign του παιχνιδιού είναι μια εντελώς «boots on the ground» εμπειρία και ότι πιο βαρύ και story-driven έχει να επιδείξει η σειρά Call of Duty στην ιστορία του franchise, προσφέροντας διάφορες διακλαδώσεις στην πλοκή που βασίζονται στις επιλογές του παίκτη και οδηγούν σε πολλαπλά τέλη. Η ομάδα ανάπτυξης έχει διατηρήσει στο έπακρο και ακόμα περισσότερο από το πρώτο παιχνίδι το σήμα κατατεθέν του Black Ops, όπως τις παραισθήσεις και τα σκοτεινά πειράματα που είχαμε γνωρίσει στο παρελθόν. Το σενάριο επιπλέον κρύβει πολλές εκπλήξεις και ανατροπές, που όμοιες έχουμε συναντήσει μόνο σε παιχνίδια όπως το Spec Ops: The Line αλλά και πιο σύγχρονα, τα οποία όμως δεν θα σας αποκαλύψω για να μη σας χαλάσω την εμπειρία.

Το εν λόγω πολεμικό παιχνίδι, για όσους δεν γνωρίζουν, κυκλοφόρησε το 2012 από την Yager Development, η οποία εμπνεύστηκε από την νουβέλα Heart of Darkness και την ταινία Αποκάλυψη Τώρα, αφήνοντας εποχή για τις απροσδόκητες ανατροπές που έκρυβε (κυρίως εκείνη του φινάλε), όπως επίσης και τις αποτρόπαιες και ενοχλητικές σε σημείο σκηνές, καταφέρνοντας να προσομοιώσει την ματαιότητα και τη πλάνη του «στρατιώτη-ήρωα» όσο λίγα παιχνίδια του χώρου. Το Black Ops, περιέχει με τον ίδιο τρόπο ταραχώδης σκηνές και σενάρια μάχης, σπάζοντας τον τέταρτο τοίχο και ξεπερνώντας το όριο του «διεστραμμένου», με στόχο τον αιφνιδιασμό, και την έκπληξη, καταλήγοντας συνεπώς σε μια συναρπαστική εμπειρία. Και πιστέψτε με, το καταφέρνει πολύ άνετα για τα δεδομένα του franchise.

Όσον αφορά τον χαρακτήρα που ελέγχουμε, ξαναγυρίσουμε σε ένα σιωπηλό πρωταγωνιστή, τον οποίο έχουμε τη δυνατότητα μέχρι ένα βαθμό να παραμετροποιήσουμε επιλέγοντας τον τόπο γέννησης και το στρατιωτικό του υπόβαθρο. Οι επιλογές αυτές ωστόσο δεν έχουν να κάνουν απλά με το γεγονός ότι όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες αναφέρονται στο background που θα του ορίσουμε. Αντιθέτως, η σκιαγράφηση του ψυχολογικού του υπόβαθρου προσθέτει διάφορα perks στο gameplay, όπως το να γεμίζει όπλα γρηγορότερα, να είναι πιο ανθεκτικός, αθόρυβος στις stealth προσεγγίσεις του κ.ο.κ.

Μεγάλη έκπληξη όπως είπα και προηγουμένως, αποτελεί η προσθήκη διαλόγων και οι επιλογές που θα κάνουμε μέσω αυτών, καθώς οδηγούν σε διαφορετικές διακλαδώσεις και πολλαπλά τέλη. Επίσης, έχουν προστεθεί random γρίφοι σε δυο μεγάλες επιπλέον προαιρετικές αποστολές, οι οποίοι δεν διαφέρουν απλά ξεχωριστά για κάθε παίκτη, αλλά και σε κάθε playthrough του ίδιου. Τα collectables παίζουν κι αυτά μεγάλο ρόλο, αφού πλέον αποτελούν τα στοιχεία με τα οποία θα σπάσουμε κωδικούς και θα λύσουμε το μυστήριο των δυο προαιρετικών αποστολών που θα καθορίσουν τα φινάλε.

Επιλογές όμως δίνονται και στον τρόπο που θα προσεγγίσουμε μια αποστολή. Εκτός ότι μπορεί κάποιος να επιλέξει αν θα κινηθεί stealth ή όχι, υπάρχουν και κάποιες όπως εκείνη που παίζουμε τον διπλό πράκτορα μέσα στα headquarters της KGB, η οποία σου παραθέτει τον στόχο και τις επιλογές που έχεις, με τη κάθε μια να οδηγεί σε διαφορετικό μονοπάτι, διαλόγους και ενέργειες, αφήνοντάς σε να βγάλεις μόνος σου το φίδι από την τρύπα αν το πράγμα στραβώσει. Ομολογώ πως τα πρωτόγνωρα αυτά νέα τολμηρά βήματα για τα δεδομένα της σειράς με εξέπληξαν ευχάριστα και μου χάρισαν μια εμπειρία που δεν την περίμενα με τίποτα. Με τον τρόπο αυτό, θεωρώ πως το Cold War θέτει πολύ ισχυρές βάσεις που αν εξελιχθούν θα προφέρουν άλλον αέρα κι ακόμα πιο συναρπαστικές εμπειρίες στο μέλλον που κακά τα ψέματα η σειρά χρειάζεται.

Το μόνο αρνητικό που μπορώ να προσάψω, είναι η μικρή του διάρκεια, η οποία κυμαίνεται περίπου στις 6 ώρες. Όχι πως δεν θα ήθελα να ήταν λίγο παραπάνω, ωστόσο το απροσδόκητοι σπάσιμο του τέταρτου τοίχους, το αίσθημα ότι οι επιλογές μου έχουν νόημα και το αντίκτυπο που μέσω αυτών είδα να αντανακλά στο «τρενάκι συναισθημάτων» των δυο φινάλε που βίωσα, μπορώ να πω πως με γέμισαν και αντιστάθμισαν πλήρως την μικρή του διάρκεια.

Όσο αφορά το multiplayer mode του παιχνιδιού, η βασική αλλαγή σε σχέση με το προηγούμενο κεφάλαιο της σειράς Blacks Ops είναι πως οι Specialists -που είχαν διχάσει το κοινό- αποτελούν πλέον παρελθόν. Το φετινό παιχνίδι κάνει χρήση του ίδιου μοντέλου που είδαμε και στο Modern Warfare, έχοντας πλέον operators που διαφέρουν μόνο εμφανισιακά. Όπως συμβαίνει και με το campaign, το multiplayer λαμβάνει χώρα το 1980 και θα ταξιδέψει τους παίκτες στην έρημο της Ανγκόλα (Satellite), στις παγωμένες λίμνες του Ουζμπεκιστάν (Crossroads), στους δρόμους του South Beach (Μαϊάμι), στα παγωμένα νερά του Βόρειου Ατλαντικού (Armada), μέχρι και στον πυρήνα του U.S.S.R. (Moscow). Περνώντας τώρα στα modes, οι βετεράνοι της σειράς μπορούν να περιμένουν τα κλασσικά που έχουν λατρέψει στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα τα Team Deathmatch, Search & Destroy, Domination και Kill Confirmed.

Παράλληλα, το παιχνίδι έχει εμπλουτιστεί με ολοκαίνουργια modes, όπως τo VIP Escort, το οποίο όπως λέει και το όνομά του πρέπει να συνοδέψουμε έναν VIP χαρακτήρα στο extraction point ή να αποτρέψουμε την αντίπαλη ομάδα από τον ίδιο στόχο. Το Combined Arms έχει να κάνει με χάρτες 12 vs 12 στους οποίου καλούμαστε να κρατήσουμε βάσεις με διάφορους τρόπους επιστρατεύοντας κάθε λογής οχήματα δρόμου, αέρα, πλωτά ή τεθωρακισμένα. Ενδιαφέρων ωστόσο προκαλεί το Fireteam: Dirty Bomb. Πρόκειται για ένα συνδυασμό multiplayer και battle royale, στο οποίο οι παίκτες μπορούν να φέρουν στη μάχη τα loadouts τις επιλογής τους που χρησιμοποιούν ήδη και στα υπόλοιπα modes.  Στον χάρτη συμμετέχουν έως 40 άτομα, σε ομάδες των τεσσάρων και σκοπός τους είναι να συγκεντρώσουν είτε από το χάρτη είτε από τους αντίπαλους ουράνιο, με στόχο να πυροδοτήσουν ατομικές βόμβες προκαλώντας στον χάρτη το απόλυτο χάος. Σαφώς είναι ένα mode το οποίο είναι αρκετά πιο ευχάριστο αν παίξετε συντονισμένα με παρέα.

Μερικές ενδιαφέρουσες προσθήκες έχουν να κάνουν με τα attachments, μέσο των οποίων δίνεται η δυνατότητα ενσωμάτωσης μιας νέας μηχανής ήχου που συνεισφέρει σημαντικά στην κατανόηση και στην διάκριση των εχθρικών και των φιλικών πυροβολισμών, προσφέροντας στους παίκτες καλύτερη αίσθηση του τι τους πυροβολεί, μέσω τρισδιάστατου και κατευθυντικού ήχου. Επίσης μια νέα προσθήκη για τα δεδομένα των Black Ops παιχνιδιών είναι τα Field Upgrades. Πρόκειται για in-game αντικείμενα που είτε βοηθούν την ομάδα σας, είτε κάνουν δυσκολότερη τη ζωή των αντιπάλων. Τα κερδίζετε αποκλειστικά στον χρόνο κάθε αγώνα και έχουν cooldown που διαρκεί και μετά από θάνατο.

Για εκείνους ωστόσο που θέλουν να πειραματιστούν περαιτέρω με τα όπλα τους, έχουν στη διάθεσή τους την επιλογή του Gunsmith που επιστρέφει εμπλουτισμένο. Κάθε κύριο όπλο μπορεί να προσαρμοστεί με έως και 54 attachments σε οκτώ διαφορετικές θέσεις. Ομοίως, και τα Scorestreaks επιστρέφουν και δεν χάνονται όταν πεθαίνουμε, αλλά έχουν cooldown ώστε να αποφεύγεται το spamming. Σίγουρα οι fans του multiplayer έχουν άπλετους λόγους να επενδύσουν στο εν λόγω mode, καθώς προσφέρει αρκετές συγκινήσεις όπως και επιλογές για όλα τα γούστα.

Περνώντας στα Zombies τώρα, το εν λόγω mode αφήνει κι εδώ τους παίκτες να φέρουν το loadouts τους, εισάγοντας παράλληλα νέα αλλά και γνώριμα χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων των Pack-a-Punch machine, wallbuys, power-up drops, mystery box και μερικά κλασικά Perks, όπως τα Juggernog και Speed Cola. Οι παίκτες έχουν τη δυνατότητα να παίξουν σε ομάδες έως 4 άτομα, αντιμετωπίζοντας ορδές απέθαντων στο campaign, το οποίο λαμβάνει μέρος στον νέο χάρτη «Die Mashcine». Η ιστορία επιστρέφει τους παίκτες στη δεκαετία του ’80, σε έναν κόσμο όπου το πολυσύμπαν έχει συγχωνευτεί, απελευθερώνοντας τις ορδές zombies, από τα γεγονότα του αντίστοιχου mode στο Black Ops 4. Το mode περιλαμβάνει νέα χαρακτηριστικά όπως τα Field Upgrades, τα οποία παρέχουν στους παίκτες buffs και healing items στα μέσα του wave, καθώς και την ιδιότητα κατασκευής νέου εξοπλισμού, όπως όπλα και support αντικείμενα. Πλέον, οι παίκτες αντί να φτάσουν μοιραία κάποιοι στιγμή στο θάνατό τους, έχουν τη δυνατότητα μετά το δέκατο γύρο και κάθε πέμπτο έπειτα, να καλέσουν ελικόπτερο και να δραπετεύσουν, διατηρώντας όλα τα bonus και τα rewards που έχουν μέχρι εκείνη την ώρα κερδίσει. Ωστόσο, μην έχετε την εντύπωση ότι το παιχνίδι θα σας αφήσει έτσι απλά να δραπετεύσετε, καθώς το τελικό κύμα που θα σας ορμίσει πριν το κάνετε, είναι μεγαλύτερο απ’ ότι συνήθως σε αριθμό και φυσικά δυσκολότερο.

Στη συνέχεια έχουμε το Dead Ops Arcade, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα top-down shooter στα πρότυπα του Dead Nation με άπειρες σφαίρες, και θησαυρούς οι οποίοι προσφέρουν  power ups και random όπλα για να τα φέρετε εις πέρας. Τέλος, το Onslaught το οποίο είναι αποκλειστικό για ένα έτος στους PS4 και PS5 κατόχους, είναι ένα μικρότερης κλίμακας mode δύο παικτών με διαφορετικά κάθε φορά perks, powers και όπλα. Οι παίκτες κινούνται σε ένα μικρό μέρος του χάρτη με τη βοήθεια ενός orb, το οποίο μετά από κάθε wave μετακινείται, προφέροντας εντός της διαμέτρου του προστασία από το βλαβερό περιβάλλον. Ωστόσο, δεν εμποδίζει τα ζόμπι να εισέλθουν μέσα. Εκτός βέβαια αυτά, οι παίκτες έρχονται κάθε τόσο αντιμέτωποι με super zombie bosses, τα οποία αν κερδίσουμε, αφήνουν αρκετά καλούδια που βοηθούν στην επιβίωσή μας. Προσωπικά βρήκα επαναλαμβανόμενο και βαρετό το συγκεκριμένο mode και θεωρώ πως δεν χάνουν κάτι ιδιαίτερο οι κάτοχοι άλλων κονσολών.  

Τα γραφικά του παιχνιδιού αν και έπαιξα στην PS4 Pro έκδοση, ήταν εξαιρετικά με υπέροχους φωτισμούς και HDR που προσθέτει τα μέγιστα στην ατμόσφαιρα της δεκαετίας. Τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι λεπτομερή, ωστόσο αυτό που παρατήρησα συχνά, ήταν πως τα textures σε κάποιες επιφάνειες αργούσαν να φορτώσουν με αποτέλεσμα να χαλάνε λίγο τη συνολική αισθητική.

Κάτι επίσης που παρατήρησα στον χειρισμό και θεωρώ πως έχει να κάνει με τις νέες τεχνολογίες του DualSense στο PS5, είναι πως ενώ πυροβολείς και αδειάζει το όπλο την ώρα που σημαδεύεις, δεν κάνει reload αν δεν αφήσεις την σκανδάλη. Προφανώς αυτό το χαρακτηριστικό θα βρει καλύτερη και ουσιαστικότερη εφαρμογή στην νέα κονσόλα της Sony. Ο ήχος επίσης είναι εξαιρετικός, προσφέροντας πλήθος επιλογών για ότι ηχοσύστημα κι αν έχετε. Τεχνικά δεν αντιμετώπισα κάποιο πρόβλημα, τα πάντα έτρεχαν ομαλά στα 60fps χωρίς να πέσει στην αντίληψή μου κάποιο glitch ή bug. Το ίδιο και στο online κομμάτι του παιχνιδιού. Όπου κι αν επιχείρησα να μπω, μπήκα χωρίς ιδιαίτερη αναμονή ή αποσυνδέσεις.

Πηγή

More Stories
Brad Pitt – Charlize Theron: Το νέο “καυτό” ζευγάρι του Χόλιγουντ;
%d bloggers like this: