SHARE

Συνθήκες ασφυξίας και αγωνία για βίαιο κούρεμα καταθέσεων κάτω από τις 100.000 ευρώ δημιουργεί η απόφαση του Eurogroup η οποία δεν είναι παρά ένας προάγγελος του νέου σήριαλ διαπραγματεύσεων που παραπαίμπει στο ΧΑΟΣ του 2015.

Τόσο η ανάλυση του Ευάγγελου Βενιζέλου όσο και ο σχολιασμός των γερμανικών ΜΜΕ κάνουν λόγο για επανάληψη της κρίσης του 2015. Μόνο που αυτή τη φορά είναι πολύ δύσκολο να αντέξουν οι τράπεζες ενώ στο μεταξύ οι πολίτες έχουν σταματήσει να πληρώνουν τα δάνεια αλλά και τις υποχρεώσεις τους στο Δημόσιο. Όπως όλα δείχνουν αυτή τη φορά το κούρεμα των καταθέσεων μπαίνει για τα καλά στο κάδρο.

Ρίχνει έξω» όλους τους σχεδιασμούς των τραπεζών η καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης και τα δεδομένα ενάμιση μήνα από την αρχή του έτους είναι αποθαρρυντικά: εκροή καταθέσεων της τάξης του 1,5 δις.ευρώ και άνοδος των κόκκινων δανείων κατά τουλάχιστον 1 δις ευρώ.

Η κυβέρνηση θέτει σε κίνδυνο ακόμη μια φορά τις τράπεζες και άρα, την ίδια την οικονομία αφού με εγκλωβισμένο τον τραπεζικό κλάδο, δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη.

Γράφει η Gillian Rothschild

Τα μεγέθη είναι καταλυτικά: μείωση των καταθέσεων κατά περίπου 1,5 με 2 δις ευρώ αφού και το νέο χρήμα δεν μένει στο σύστημα και οι ιδιώτες εξαντλούν τις δυνατότητες ανάληψης που τους δίνουν τα capital controls και προχωρούν σε αγορές αμοιβαίων κεφαλαίων εξωτερικού.

Οσο αφορά τα κόκκινα δάνεια ήδη καταγράφεται μεγάλη αύξηση της τάξης του 1 δις ευρώ στα κόκκινα δάνεια, ανατρέποντας την πτωτική τάση που είχε διαμορφωθεί τους προηγούμενους μήνες και δημιουργώντας έντονη ανησυχία στις τράπεζες για την επίτευξη των στόχων μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων που έχουν συμφωνηθεί με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό για το πρώτο τρίμηνο.

Μετά από πολλούς μήνες σταθεροποίησης και αρνητικού ρυθμού δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, τον Ιανουάριο η εικόνα επιδεινώθηκε ραγδαία, καθώς σχηματίστηκαν νέα προβληματικά δάνεια ύψους 800 εκατ. ευρώ ενώ η τάση αυτή διατηρείται και τον Φεβρουάριο.

Σύμφωνα με στελέχη τραπεζών, η σημαντική αυτή επιδείνωση οφείλεται στην αβεβαιότητα για την έκβαση της αξιολόγησης και στους φόβους για την αναζωπύρωση της κρίσης. Το ρόλο τους έχουν παίξει και οι προσδοκίες για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό καθώς ένας μεγάλος αριθμός δανειοληπτών δεν συνεργάζεται με τις τράπεζες προκειμένου να συμφωνήσει σε ρυθμίσεις των οφειλών, διατηρώντας προσδοκίες ότι η θεσμοθέτηση του εξωδικαστικού συμβιβασμού μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερους όρους για τους οφειλέτες και ενδεχομένως και «κούρεμα» των οφειλών. Οι τραπεζίτες τονίζουν ότι το ζήτημα του εξωδικαστικού συμβιβασμού, μαζί με τη διευθέτηση του αναβαλλόμενου φόρου για την αντιμετώπιση ζημιών που θα προκύψουν από διαγραφές ή πωλήσεις «κόκκινων» δανείων, είναι κρίσιμης σημασίας για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και θα πρέπει να ολοκληρωθούν άμεσα.

Κρίσιμη είναι σαφώς η άμεση ολοκλήρωση της αξιολόγησης, καθώς η αβεβαιότητα, και η αναζωπύρωση των φόβων περί Grexit, έχει «παγώσει» τα πάντα και είναι αρκετοί οι δανειολήπτες που δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους περιμένοντας την έκβαση των διαπραγματεύσεων.

Η μη αναμενόμενη επιδείνωση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου δανείων το τελευταίο διάστημα έχει θορυβήσει τις τράπεζες, καθώς καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την επίτευξη των στόχων μείωσης που έχουν συμφωνηθεί με τον SSM.

Στο πρώτο τρίμηνο, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα πρέπει να μειωθούν περίπου 2,5 δισ. ευρώ, κάτι διόλου εύκολο, δεδομένου ότι προστέθηκαν ακόμα 800 εκατ. νέα «κόκκινα» στο σύστημα.

Σύμφωνα με στελέχη τραπεζών, όσο περνά ο χρόνος, με την οικονομία καθηλωμένη από την αβεβαιότητα, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να μην επιτευχθούν οι στόχοι, ωστόσο, η απόκλιση θα είναι μικρή λόγω του «μαξιλαριού» που δημιουργήθηκε στο τέταρτο τρίμηνο του 2016, καθώς η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ήταν αισθητά καλύτερη του στόχου που είχε τεθεί από τον SSM.

Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2016, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα ανέρχονταν στο 45,1% του συνόλου των δανείων ή σε 108,7 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τους στόχους που έχουν συμφωνηθεί, τα «κόκκινα» δάνεια θα πρέπει να μειωθούν κατά 38% ή 41 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019.


No tags for this post.