SHARE

Δεν είμαι κριτικός θεάτρου, ούτε κινηματογράφου, ούτε καν τηλεόρασης. Το μόνο που κάνω είναι να γράφω τι μου αρέσει ή τι δεν μου αρέσει σε αυτό που βλέπω! Και για την παράσταση “ ( ‘Υμνος Εις τον Έρωτα”) δεν έχω λόγια

για να περιγράψω αυτό που παρακλουθούσα επί μιάμιση ώρα. Ο προαύλιος χώρος του Μεγάρου της Δουκίσσης Πλακεντίας στην Πεντέλη, ήταν κατάμεστος. Θεατές, όλων των ηλικιών – μου έκανε πραγματικά εντύπωση – παρακολουθούσαν εκσταστιασμένοι τον Κρητικό και τον αγνο έρωτά του για την αρραβωνιαστικιά του.

Ο και η ρίσκαραν πραγματικά όταν αποφάσισαν σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς να ανεβάσουν ένα ποίημα. Δύσκολο, πολύ δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο.

Και η πορεία της παράστασης, δείχνει ότι τα κατάφεραν. Το κοινό δεν σταμάτησε να χειροκροτεί τόσο τους τρεις πρωταγωνιστές όσο και την εξαιρετική πολυπληθή ομάδα επί σκηνής,  που έμοιαζε σαν να ξεπήδησε από αρχαία τραγωδία. Για να είμαι ειλικρινής, εμένα μου θύμισε τον χορό της αρχαίας τραγωδίας. Ήταν απλά αριστουργηματικό.

Και να σας πω τι μου προκάλεσε φοβερή εντύπωση: εκείνο το Σάββατο, είχα πάρει μαζί μου και την 10χρονη ανιψιά μου. Δεν μπορούσα να την αφήσω μόνη της και αποφάσισα να την πάρω μαζί μου. Στο τέλος της παράστασης και αφού δεν έβγαλε μιλιά σε όλο το έργο μου είπε: “Βίκη μου ήταν υπέροχο το δώρο που μου έκανες. Σε ευχαριστώ τόσο πολύ“.

Της έκανα ερωτήσεις, για να διαπιστώσω αν πράγματι ένα παιδάκι δέκα ετών, κατάλαβε την παράσταση και με εντυπωσιάσε. Είχε καταλάβει ένα μεγάλο μέρος της παράστασης. Την επόμενη ημέρα μου ζήτησε να την πάω στο βιβλιοπωλείο για να αγοράσει ένα ποίημα του Διονύσιου Σολωμού.

Και τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο που είχε την σκηνοθετική επιμέλεια και η που είχε την θεατρική διασκευή έκαναν εξαιρετική δουλειά, δουλειά που αναγνωρίζεται από όλους. Και όταν κλείσουν τα φώτα, αυτό έχει σημασία. Το να σου αναγνωρίζουν ότι κάνεις εξαιρετική δουλειά.

Θέλω να γράψω πολλά ακόμα για την παράσταση, αλλά σερφάροντας στο internet, βρήκα την κριτική του Νίκου Μπατσικανή, συγγραφέα, ποιητή και κριτικό (μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών). Τα λέει πολύ καλύτερα από μένα! Σας το υπογράφω!

Η κριτική αναφέρει:

“ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑ! Ενιαίο αφηγηματικό ποίημα του Διονυσίου Σολωμού, το πρώτο από τα μεγάλα και σημαντικά έργα της ώριμης περιόδου του. Πηγή έμπνευσης του ποιητή στάθηκαν πραγματικά γεγονότα από την Κρητική Επανάσταση (1823-24) και φυγή χιλιάδων Χριστιανών, με πλοία, από την Κρήτη προς τα Κύθηρα, τα Αντικύθηρα και την Πελοπόννησο. Πρόκειται για το τραγούδι ενός πρόσφυγα Κρητικού πολεμιστή που, μακριά από την πατρίδα του, αναπολεί τα περασμένα, με κυρίαρχο γεγονός την προσπάθειά του να σώσει την αγαπημένη του μέσα στο μανιασμένο πέλαγος. Η τρικυμία παύει απότομα και μπροστά του φανερώνεται μια φεγγαροντυμένη θεϊκή μορφή, ως παραίσθηση του ταλαιπωρημένου ναυαγού. Όταν η οπτασία χάνεται, ακούγεται ένας μαγευτικός απόκοσμος ήχος που συνεπαίρνει την ψυχή του. Μόλις ο ήχος σωπάσει, φτάνει στην ακρογιαλιά, αποθέτει την αγαπημένη του πάνω στην άμμο, αλλά εκεί διαπιστώνει πως αυτή είναι πεθαμένη. Ένας ύμνος στον αγνό Έρωτα και στους αγώνες που δίνει ο άνθρωπος για ζωή κι ελευθερία. Η πάλη με τα στοιχειά της φύσης (αφρισμένα κύματα), τον Χάροντα και τον ίδιον τον εαυτό μας, προκειμένου να τον ξεπεράσουμε για να επιβιώσουμε στις ακραίες συνθήκες και σε φοβερά γεγονότα που τυχαίνουν στο διάβα του βίου μας, και με κορυφαία την αγνή Αγάπη, έτσι όπως η πένα του Σολωμού περιγράφει, δημιούργησαν ένα κείμενο ανυπέρβλητης ομορφιάς, και αυτό επέλεξαν ο (Σκηνοθεσία) και η (Θεατρική διασκευή) να προσφέρουν στην ανθρωπότητα. Στο εγχείρημά τους αυτό ενέταξαν -με αριστοτεχνικό, θα έλεγα, τρόπο- αποσπάσματα και άλλων αριστουργημάτων της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως: «Ερωτόκριτος» (Βιτσέντζος Κορνάρος), «Οδύσσεια»* (Νίκος Καζαντζάκης), «Φάουστ» (Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε) και «Ματωμένος Γάμος» (Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα). Έτσι, στη διάρκεια της παράστασης οι θεατές απολαμβάνουν και ξαναθυμούνται στίχους μοναδικής ομορφιάς, μεταξύ των οποίων τα περίφημα: «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει˙ λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε• στα μάτια η μάνα μνέει˙ στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: “Έρμο τουφέκι, σκοτεινό, τι σ’ έχω ’γω στο χέρι, οπού ‘σύ μού ’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει”». […] (Διονύσιος Σολωμός «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» Β΄ σχεδίασμα). «Λάλησε, Σάλπιγγα! Κι ἐγώ το σάβανο τινάζω, και σχίζω δρόμο και τ’ς αχνούς αναστημένους κράζω». […] (Σάλπιγγα εννοεί αυτήν της Δευτέρας Παρουσίας) (Διονύσιος Σολωμός «»). «Είμ’ ένας κύκνος στρογγυλός μες το ποτάμι, είμ’ ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά, και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής. […] Αφήστε με να μπω! Παγώνω στους τοίχους και στα παραθύρια. Μια στέγη ανοίχτε, μια καρδιά, να μπω να ζεσταθώ λιγάκι! […] (Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Ματωμένος Γάμος», μονόλογος Φεγγαριού). «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!» Μια τέτοια μαγική βραδιά απόλαυσαν οι θεατές, που είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε την παράσταση, η οποία βασίζεται στο αριστουργηματικό ποίημα «» του Διονύσιου Σολωμού. Φοβερά δύσκολο εγχείρημα και μεγάλο το ρίσκο να μεταφερθεί στη σκηνή ένα ποίημα, ιδίως στην άχαρη και σκληρή εποχή που ζούμε, κατά την οποία επικρατούν οι νόμοι του εμπορίου αλλά και η προσπάθεια να επιβιώσουμε λόγω της Κρίσης που μαστίζει τη χώρα μας, εδώ και χρόνια, αλλά και όσων τραγικών βιώνουμε, σε παγκόσμιο επίπεδο, λόγω του ακήρυχτου -αλλά υπαρκτού- πολέμου, τον οποίον ζούμε. Οι λόγοι αυτοί, όμως, δεν στάθηκαν εμπόδιο στους εμπνευστές της παράστασης, και το πολύ ωραίο -αισθητικά και θεατρικά- αποτέλεσμα δικαίωσε την επιλογή τους, όπως εντέχνως τα «ενορχήστρωσε» ο σκηνοθέτης , ο οποίος έκανε και τις πολύ όμορφες μουσικές επιλογές, αλλά κράτησε και τον κεντρικό ρόλο (Κρητικός), συγκινώντας το κοινό, με την παθιασμένη και δικαίως φορτισμένη και δυνατή ερμηνεία του, να παλεύει με τον Χάροντα και τα μανισμένα κύματα, για να σώσει και να υπερασπιστεί την αγαπημένη του, ως ένας τρομερός πολεμάρχος ή κουρσάρος του Καλού. Η , στην οποία οφείλεται και η θεατρική διασκευή του έργου, αλλά και οι εμπνευσμένες χορογραφίες της παράστασης, πανέμορφη πάνω στη σκηνή, πότε αέρινη σαν νεράιδα, άλλοτε σπαρταρώντας σαν ψάρι, πιασμένο στο αγκίστρι του Έρωτα κι ενίοτε στο δόκανο του Θανάτου, κέρδισε τους θεατές με τις ερμηνευτικές της δυνατότητες, χορεύοντας, τραγουδώντας, υποδυόμενη την Αρραβωνιαστικιά. Σε αυτήν τους την προσπάθεια οι δυο δημιουργοί ευτύχησαν και στην επιλογή των άλλων συντελεστών της παράστασης. Ο Βαλεντίνο Βαλάσης, ερμηνεύοντας το Κακό, το κόκκινο αίμα, τον τούρκο κατακτητή ή τον Αγαρηνό πειρατή -θα μπορούσε να εικάσει κάποιος- και τον Χάροντα που παίρνει τη ζωή της κοπέλας, αφού παλέψει λυσσαλέα με τον έλληνα αγωνιστή και σύντροφό της, ήταν αυτός που σχεδίασε και το υπέροχο σκηνικό, με κυρίαρχο το τεραστίων διαστάσεων μαγνάδι, να μετατρέπεται, αναλόγως, σε μανιασμένα κύματα, αιθέριο λευκό νυφικό «νύμφης ανύμφευτης», θηλιά στο λαιμό της ή σάβανο. Δικά του και τα εκπληκτικά κοστούμια όλων των ερμηνευτών: της Σοφίας, του Μάριου, το δικό του αλλά και των δεκαοκτώ παιδιών που, ως Κρητικόπουλα ή σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, πλαισιώνουν τους πρωταγωνιστές και συμβάλλουν στην πορεία του δράματος, με ωραιότερο εκείνο της πρώτης, να παραπέμπει σε μια μέδουσα, με φύκια και κοράλλια στα μαλλιά ή στην μάγισσα Κίρκη. Οι υποβλητικοί φωτισμοί του Χριστόφορου Τσακιρόπουλου, συνέτειναν, επίσης, στο πετυχημένο αποτέλεσμα, για το οποίο οφείλουμε χάρη και στη βοηθό του σκηνοθέτη, Χριστίνα Παπαγιάννη. Χάρη σε όλα αυτά, το επιβλητικό Μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας μεταβλήθηκε σε ένα πανέμορφο σκηνικό, και μπρος του ζωντάνεψε η πετυχημένη παράσταση, με ήρωες βγαλμένους από ένα ωραίο παραμύθι, που το ενθουσιώδες κοινό αντάμειψε με πολλά και επαναλαμβανόμενα χειροκροτήματα και πολλά «μπράβο». Ο «Κρητικός», έργο το οποίο, εφέτος, το 2017, με αφορμή τη συμπλήρωση 160 χρόνων από τον θάνατο του εθνικού μας ποιητή, ανέβηκε και στο Λονδίνο, ενώ θα ακολουθήσει περιοδεία και σε άλλες χώρες του εξωτερικού αλλά και πολλά μέρη της Ελλάδας. Η παράσταση έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στον Καθεδρικό Ναό της Ζυρίχης υπό την αιγίδα του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας και της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού, ενώ, στη συνέχεια, ανέβηκε στην Αίθουσα Καλλιτεχνών στο Μόναχο, στον Λόφο του Στράνη στην ιδιαίτερη πατρίδα του ποιητή, τη Ζάκυνθο, όπου εμπνεύστηκε και έγραψε τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» καθώς και στο Διεθνές Φεστιβάλ των Αισχυλείων. Επίσης, τον Οκτώβριο του 2016 αποτέλεσε το κεντρικό γεγονός του Φεστιβάλ Μνήμης και Τιμής στον Διονύσιο Σολωμό, που πραγματοποιήθηκε στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας. Η παράσταση « (Ύμνος εις τον Έρωτα)» και οι δημιουργοί της, και , βραβεύτηκαν από την Unesco για την προώθηση του ελληνικού πολιτισμού εντός και εκτός συνόρων μέσω των παραστάσεών τους για μεγάλους Έλληνες, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Διονύσιος Σολωμός και ο Γιάννης Ρίτσος. Ο Μάριος Ιορδάνου και η δημιούργησαν μία παράσταση φόρο τιμής στο Διονύσιο Σολωμό, συνδυάζοντας, επί σκηνής, θέατρο, ποίηση, χορό, μουσική και εικαστικές παρεμβάσεις. *Η «Οδύσσεια»: πρωτότυπο έργο, εντελώς διαφορετικό από τη μετάφραση της «Οδύσσειας» -όπως και της «Ιλιάδας»- τού Ομήρου, που έκανε ο Νίκος Καζαντζάκης σε συνεργασία με τον Ιωάννη Κακριδή. Πρόκειται για το έργο που αφηγείται τις περιπέτειες και τα ταξίδια του Οδυσσέα αφ’ ότου αυτός επέστρεψε στην Ιθάκη και μετά έφυγε ξανά, μέχρι τον θάνατό του, στον Νότιο Παγωμένο Ωκεανό”.