SHARE

Το 1999 υπήρξε καθοριστική χρονιά γιά τόν κινηματογράφο. Το αμερικανικό box office πέρασε τα $7 δισεκατομμύρια δολλάρια ετήσιες εισπράξεις, με ταινίες-σταθμούς, όπως τα Fight Club, American Beauty, Sixth Sense, The Green Mile, eXistenZενώ ο George Lucas μάς πήγε ξανά… In a galaxy, far, far away με το εν τέλει απογοητευτικό Star Wars: Episode I – The Phantom Menace. Ήταν επίσης καί η χρονιά που το CGI έκανε τεράστιο άλμα μπροστά. Μα, πάνω από όλα, το 1999 ήταν χρονολογία-σταθμός για το σινεμά, γιατί ήταν η χρονιά που κυκλοφόρησε το .

Υπόθεση: Έτος 1999. Η ζωή κυλά ήρεμα για τον νεαρό χάκερ Thomas Anderson, μέχρι τη στιγμή που προσεγγίζεται από τον αινιγματικό Μορφέα. Ο τελευταίος είναι αυτός που θα του αποδείξει πως η ζωή του δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ψέμα, αφού στην πραγματικότητα πρόκειται για το έτος 2199 και οι μηχανές έχουν καταλάβει τον κόσμο. Τα κομπιούτερς έχουν δημιουργήσει μια εικονική πραγματικότητα της ζωής του 20ου αιώνα, όπου εκμεταλλεύονται την ενέργεια των ανθρώπων προς όφελός τους. Ο Μορφέας αποκαλύπτει στον Anderson πως αυτός είναι «ο εκλεκτός», που σύμφωνα με το μύθο, θα πολεμήσει ενάντια στις μηχανές και θα απελευθερώσει τους ανθρώπους. Στην αρχή, ο Anderson διστάζει να τον πιστέψει, όταν όμως αντιλαμβάνεται ότι οι «Πράκτορες» (προγράμματα με ανθρώπινη μορφή) βρίσκονται στο κατόπι του με σκοπό να τον σκοτώσουν, αποφασίζει να πάρει την τύχη στα χέρια του και να αγωνιστεί ενάντιά τους…

Στο τέλος της δεκαετίας του 1990, μερικούς μήνες πριν από την έλευση του νέου αιώνα και ενώ οι αποκαλυπτικοί φόβοι εξαπλώνονταν γοργά και αποκτούσαν ένα φαινομενικά ορθολογικό υπόστρωμα με τον υπολογιστικό “Ιό της Χιλιετίας”, σε μία εποχή που οι μικροϋπολογιστές αποτελούσαν ήδη τετριμμένη καθημερινότητα και το Διαδίκτυο έμοιαζε ακόμα φρέσκια, ανατρεπτική και ελπιδοφόρα εφεύρεση, το Matrix έπεσε σαν κεραυνός σε έναν πολιτισμό διψασμένο για κάτι ριζικά νέο και σημάδεψε ανεξίτηλα τη δυτική λαϊκή κουλτούρα, όπως μόνον ο κινηματογράφος μπορεί.

Εντυπωσιακό ως σύλληψη και παραγωγή, κατάφερε όχι μόνο να συναρθρώσει σε ένα κοινό πλαίσιο αλλά και να τελειοποιήσει τις επιρροές του, στηριζόμενο ταυτόχρονα σε μία κεντρική ιδέα πολύ απλή και γοητευτική, μα εκ φύσεως προορισμένη να εκβιάζει την ταύτιση του θεατή χάρη στην απειρία ερμηνειών της. Το Matrix σχεδιασμένο να εκλαμβάνεται διαφορετικά από τον κάθε θεατή αναλόγως με τη δική του ψυχοσύνθεση, σαν μια δοκιμή Ρόρσαχ της μεγάλης οθόνης, καταλήγει τελικά να μιλά για τα πάντα και για τίποτα. Αυτή η ουσιαστική ρηχότητα τονίζεται και από τη μεγάλη έμφαση στο απολαυστικό μα απλοϊκό υπερθέαμα φυσικής δράσης και εικαστικού στυλιζαρίσματος εις βάρος του όποιου περιεχομένου, τη στιγμή που η σεναριακή ιδέα προσφέρεται για πιο πολύπλοκες διανοητικές αναζητήσεις. Σε αντιστάθμισμα το φιλμ λειτουργεί με θαυμαστό τρόπο σε πολλαπλά επίπεδα, από ταινία δράσης μέχρι μελλοντολογικό θρίλερ αγωνίας και από επίδειξη οπτικών εφέ μέχρι θρησκευτική ή πολιτική αλληγορία, αναλόγως με το βάθος το οποίο είναι διατεθειμένος ο θεατής να του προσδώσει.

Φαίνεται πως έτσι σκέφτηκαν οι αδελφοί Andy και Larry (τότε!) Wachowski , δύο ταλαντούχοι νέοι από το Σικάγο των ΗΠΑ, και έπεισαν το 1997 το μεγάλο χολιγουντιανό κινηματογραφικό στούντιο παραγωγής Warner να τους εμπιστευθεί εξήντα εκατομμύρια δολάρια προκειμένου να υλοποιήσουν το όραμά τους, το οποίο ήδη σχεδίαζαν από τη λήξη της πρώτης τους ταινίας (το θρίλερ Παράνομα δεμένες) το 1996. Έτσι, αφού διάλεξαν τους κατάλληλους συνεργάτες, προχώρησαν στη δημιουργία του Matrix, ενός επιτυχημένου και σφιχτοδεμένου κοκτέιλ επιστημονικής φαντασίας και κυβερνοπάνκ, επαναστατικής ρητορείας περί σύγκρουσης με τις κρατικές δυνάμεις καταστολής, δεκάδων ιστορικών παρομοιώσεων και θρησκευτικών συμβολισμών, γνωσιολογικού σκεπτικισμού και μεσσιανισμού, μεταποκαλυπτικού ζόφους, άνιμε τεχνοτροπίας και επιρροών, δανείων και αναφορών σε πασίγνωστες προγενέστερες κινηματογραφικές επιτυχίες.

Η παραγωγή έγινε στην Αυστραλία για να μειωθεί το κόστος, με συνεργείο πεντακοσίων ατόμων και τη συνδρομή ορισμένων συντελεστών της παρεμφερούς θεματολογίας και αισθητικής ταινίας Dark City του προηγούμενου έτους. Ορισμένοι καλογραμμένοι διάλογοι με ίχνη πραγματικών επιστημολογικών προβληματισμών, η εξαιρετική κεντρική ιδέα, μία αίσθηση “φιλοσοφημένης” προσέγγισης στην ταινία δράσης, η συμβατική δομή, ο άψογος ρυθμός, οι ευφυείς και μελετημένα αφύσικες γωνίες λήψης, η σύγχρονη μουσική επένδυση, με προσεγμένες επιλογές από καλλιτέχνες και συγκροτήματα όπως οι Prodigy, οι Rage Against the Machine, Rob Zombie και οι Massive Attack, οι στιλάτες ενδυματολογικές επιλογές των χαρακτήρων, τα σχεδιασμένα από ταλαντούχους καλλιτέχνες σκηνικά, τα εκθαμβωτικά και πρωτοποριακά ειδικά εφέ, η ευρηματική φωτογραφία και η ανελέητη διαφήμιση συμπλήρωσαν την εικόνα, με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη παραγωγή του 1999 να φέρει τελικά στη Warner έσοδα οκταπλάσια του κόστους της μόνο από τις κινηματογραφικές εισπράξεις. Αμέσως πριν από την έλευση του έτους 2000, ελάχιστα πριν από την αλλαγή της χιλιετίας, όλος ο πλανήτης παραμιλούσε στον ρυθμό του Matrix καί μία νέα γενιά σινεφίλ είχε βρει τον δικό της, “ψηφιακόΠόλεμο των άστρων.

Ορισμένες σεναριακές αφέλειες και συμβάσεις προς όφελος της εμπορικότητας, οι ικανοποιητικές ερμηνείες (με εξαίρεση τους Laurence Fishburne και Hugo Weaving, οι οποίοι δίνουν τους καλύτερους εαυτούς τους), η έμφαση στο απλοϊκό υπερθέαμα της ασταμάτητης φυσικής δράσης μετά το μέσον της πλοκής, οι μονοδιάστατοι χαρακτήρες (με εξαίρεση τον Μορφέα και τον Πράκτορα Σμιθ) και η ρηχή προσέγγιση των θεμάτων που άπτονται της φιλοσοφίας, στέρησαν από το Matrix την πλήρη καλλιτεχνική καταξίωση όσον αφορά το περιεχόμενο.

Ωστόσο, σε επίπεδο παραγωγής και εκτέλεσης όλοι παραδέχτηκαν πως αποτελούσε μία από τις κορυφαίες ταινίες της δεκαετίας. Χωρίς αμφιβολία όφειλε την επιτυχία του κυρίως στον ευφυή συγκερασμό πολλαπλών θεματικών και τεχνοτροπιών, οι οποίες περί τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν ήδη στο απόγειο της δημοτικότητάς τους: στυλιζάρισμα και επηρεασμένη από τα άνιμε αισθητική προσέγγιση, στα βήματα του βιντεοκλίπ και της διαφήμισης, προσομοιωμένη πραγματικότητα και βουδισμός, κυβερνοπάνκ επιστημονική φαντασία στον απόηχο του Ghost in the Shell μα και προγενέστερων τηλεοπτικών anime όπως το Megazone 23, πολιτικός ακτιβισμός των χάκερ, ανυπακοή στο σύστημα εξουσίας των δυτικών κοινωνιών, αποκαλυπτικές και μεταποκαλυπτικές αφηγήσεις, η γοητεία του «εξωτικού» γνωστικισμού, η μεταμοντέρνα έμφαση στην κατασκευασμένη και τεχνητή φύση της αντιληπτής κοινωνικής πραγματικότητας. Ταινίες της ίδιας περιόδου, όπως η Σκοτεινή πόλη και το Άνοιξε τα μάτια, είχαν ήδη ασχοληθεί με το ζήτημα της πλαστότητας του εξωτερικού κόσμου τον οποίον αντιλαμβάνονται οι πρωταγωνιστές. Το θετικό είναι ότι το Matrix κατορθώνει να δέσει σε ένα γοητευτικό κράμα όλες αυτές τις ετερόκλητες επιρροές, σε πλήρη συντονισμό με το σύγχρονό του zeitgeist της Δύσης, αφαιρώντας κάποια από τα αντικρουόμενα στοιχεία των επιμέρους συστατικών του τα οποία μπορεί να προκαλούσαν ρωγμές αντιφατικότητας στο όλο οικοδόμημα.

Όσον αφορά την ανάπτυξη του νοηματικού περιεχομένου, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα ακόμα σημεία. Πρώτα απ’ όλα, το κοινό της εποχής ενδιαφέρθηκε ιδιαιτέρως για τους δεκάδες μικρούς συμβολισμούς και τις αδιάκοπες σημειολογικές αναφορές του σεναρίου, αφού τα αδέλφια Wachowski, επέλεξαν προσεκτικά τα ονόματα, τις τοποθεσίες αλλά και την παραμικρή λεπτομέρεια του σκηνικού ώστε να προσδώσουν στις ταινίες πολυεπίπεδο βάθος και κρυμμένες έννοιες.

Τα περισσότερα ονόματα παραπέμπουν κάπου: Cypher/ Apoc/ Switch και Mouce= αγγλικοί όροι πληροφορικής ως αναφορές στην κουλτούρα των χάκερ, Choi Dujour= γαλλική φράση η οποία σημαίνει “επιλογή της μέρας”, “Agents” = κρατικοί ερευνητές του FBI και των δυνάμεων καταστολής στις ΗΠΑ, “Ναβουχοδονόσωρ” = μυθικός Βαβυλώνιος βασιλιάς με προφητικά όνειρα.

Το όνομα του πρωταγωνιστή (Neo) είναι ο αναγραμματισμός του One, του “Ενός” δηλαδή, του σωτήρα που θα λυτρώσει από την καταδυνάστευση και θα φέρει την ειρήνη μεταξύ των μηχανών και των ανθρώπων. Πέρα από το ψευδώνυμο Neo, το πραγματικό του όνομα στην ταινία είναι Mr Anderson, ένα όνομα με βιβλική αναφορά. Περιέχει το Ander από το ελληνικό Άνδρας και το son που σημαίνει υιός, που δίνει τη σημασία “ο υιός του ανδρός” . Ο Εκλεκτός εξομοιώνεται εμφανώς με τον Ιησού Μεσσία του χριστιανισμού, ο οποίος μετά τη θανάτωσή του ανασταίνεται, κερδίζει τον Θάνατο και αναλαμβάνεται στον ουρανό μεταβιβάζοντας ταυτόχρονα σωτήρια γνώση στην Ανθρωπότητα.

Η πόλη που έχουν βρει καταφύγιο οι εξεγερμένοι άνθρωποι λέγεται Zion, μια ονομασία που στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται στο ύψωμα που έχει ανεγερθεί ο Ναός, δηλαδή στην Ιερουσαλήμ. Το ίδιο το Matrix προέρχεται από τη λέξη mater που στα λατινικά σημαίνει μητέρα. Μια δεύτερη έννοια της ίδιας λέξης είναι η μήτρα , ( κυβερνοχώρος των κυβερνοπάνκ ιστοριών του William Gibson), παραπέμποντας έτσι στο απόλυτο πρωταρχικό περιβάλλον που διαβιεί ένας άνθρωπος για 9 μήνες προτού έρθει στον έξω κόσμο!

Στην εναρκτήρια σκηνή η δράση εξελίσσεται σε ένα ξενοδοχείο με το όνομα Heart of the City. Είναι η τοποθεσία που ανοίγει την αυλαία στην ταινία αλλά και που την κλείνει στο τέλος της όταν ο Neo αντιμετωπίζει με επιτυχία του πράκτορες. Δεν είναι τυχαίο που η Trinity και ο Neo βρίσκονται στον ίδιο χώρο. Οι δρόμοι τους δεν συγκλίνουν απλώς. Φυσιογνωμικά και ενδυματολογικά μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερού. Ακόμα και η κινησιολογία τους είναι συγχρονισμένη και όμοια. Η Trinity με καθαρά θρησκευτική αναφορά, αντιπροσωπεύει την Αγία Τριάδα, τον Πατέρα τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα.  Είναι η φιγούρα που παρέχει το κίνητρο για την εξέλιξη του Neo, του Ενός δηλαδή, και που με ένα της φιλί τον ανασταίνει, σαν την εβραϊκή θηλυκή θεότητα “ruach” που είναι η αντίστοιχη του Αγίου Πνεύματος.

Το όνομα του Morpheus είναι μια αναφορά στον Μορφέα, τον αρχαιοελληνικό θεό των ονείρων. Είναι εκείνος που έχει την εξουσία να επαναφέρει από τον ύπνο και τη λήθη τους ανθρώπους προσφέροντάς τους την επιλογή του μπλε και του κόκκινου χαπιού. Η φιγούρα του προσομοιάζει σε εκείνη του Ιωάννη του Βαπτιστή που προσπαθεί να αφυπνίσει συνειδήσεις και να προετοιμάσει τον ερχομό του Ενός που θα φέρει στο Matrix ένα ουτοπικό και ονειρικό περιβάλλον ειρήνης.

Στο διαμέρισμά του ως Τόμας Άντερσον, ο Neo έχει ένα αντίτυπο του βιβλίου Simulacra and Simulations (Προσομοίωση και Ομοιώματα) του Jean Baudrillard. Στο Matrix υπάρχουν σαφείς και εσκεμμένες αναφορές στον Γάλλο θεωρητικό. Σε αυτό το βιβλίο υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται πλέον η πραγματικότητα, και ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει είναι ουσιαστικά μια ψευδαίσθηση (simulacra), “the desert of the real” όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Baudrillard. Την ίδια φράση χρησιμοποιεί και ο Morpheus όταν λέει στον Neo ότι ζούνε στο 2199 και του δείχνει πώς πραγματικά είναι η ατμόσφαιρα στην επιφάνεια του πλανήτη.
Άλλη μια αναφορά γίνεται στην αρχή της ταινίας όταν μια παρέα νέων επισκέπτονται τον Neo για να αγοράσουν ένα λογισμικό, ένα είδος παραισθησιογόνου που επιδρά σε εικονική πραγματικότητα. Όταν ο Neo ανοίγει το βιβλίο που κρύβει τις παράνομες δισκέτες διακρίνεται ο τίτλος του που είναι το Simulacra and Simulations του Baudrillard.

Η αφύπνισή του και η συνειδητοποίηση εκ μέρους του της ύπαρξης του Matrix παρομοιάζεται επανειλημμένα καί με τμήμα της πλοκής του μυθιστορήματος Alice in Wonderland του Lewis Carroll. Πέρα από το γεγονός ότι το ταξίδι του Neo στον υπόγειο κόσμο της Zion θυμίζει τις περιπέτειες της Αλίκης, τα αδέλφια Wachowski συμπεριέλαβαν και οπτικά τρικ-σύμβολα ώστε να υπάρχει άμεση παραπομπή στο βιβλίο. Στην πρώτη σκηνή που εμφανίζεται ο Neo, ο υπολογιστής του υποδεικνύει να ακολουθήσει το λευκό κουνέλι, ένα τατουάζ στο μπράτσο μιας κοπέλας από την παρέα που έρχεται να του αγοράσει ένα high-tech πρόγραμμα ψηφιακών παραισθήσεων. Στη συνέχεια όταν ο Neo συναντάται με τον Morpheus, ο δεύτερος του προσφέρει ένα μπλε και ένα κόκκινο χάπι, όπως γίνεται στο βιβλίο του Carroll με την Αλίκη. Στα γυαλιά του Morpheus αντικατοπτρίζονται δύο φιγούρες. Στον έναν φακό ο Thomas Anderson με το μπλε χάπι, με την ανθρώπινη ιδιότητα του χάκερ που όμως αμφιβάλλει για το αν είναι ξεχωριστός, και στον άλλο φακό ο Neo με το κόκκινο χάπι που πιστεύει στις δυνάμεις του και είναι ο εκλεκτός.

Οι τίτλοι έναρξης με τους πράσινους, φωσφορίζοντες, κάθετα κυλιόμενους αλφαριθμητικούς χαρακτήρες του εκτελέσιμου κώδικα του Matrix σε μαύρο φόντο («ψηφιακή βροχή»), συνιστούν εμφανώς φόρο τιμής στο Ghost in the Shell. Μία σκηνή φυσικής αναμέτρησης του Neo με τον Πράκτορα Σμιθ παραπέμπει στο κλασικό κινηματογραφικό γουέστερν Μονομαχία στο Ελ Πάσο, ενώ τα λόγια των χαρακτήρων συχνά προοικονομούν μελλοντικά γεγονότα (π.χ. στην έναρξη του φιλμ ο Τσόι πληροφορεί τον Νίο, χαριτολογώντας, ότι «είναι ο σωτήρας του, ο προσωπικός του Ιησούς Χριστός!»).

 

Ο μεταποκαλυπτικός κόσμος όπου μαίνεται ο πόλεμος Ανθρωπότητας και ευφυών Μηχανών φέρνει αμέσως στη μνήμη το ζοφερό μέλλον του κινηματογραφικού Εξολοθρευτή (1984), ενώ η ιδέα ένοπλων ηρώων δράσης με χαρακτηριστικά γυαλιά ηλίου να είναι οι μόνοι γνώστες της αλήθειας περί της κρυφής υποδούλωσης της Ανθρωπότητας σε αόρατους, απάνθρωπους δυνάστες οι οποίοι ελέγχουν και διαιωνίζουν το οικονομικό και πολιτικό σύστημα εξαπατώντας διαρκώς τις μάζες – εμφανής συμβολισμός της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας – είχε αξιοποιηθεί παλαιότερα στο Ζουν ανάμεσά μας του John Carpenter (1988). Στη Σκοτεινή πόλη του 1998 ο πρωταγωνιστής ανακαλύπτει ότι η συμβατική αστική καθημερινότητα την οποία βίωνε ως τότε είναι μία περίτεχνη ψευδαίσθηση ελεγχόμενη από επικίνδυνους εξωγήινους οι οποίοι χειρίζονται όχι μία εικονική πραγματικότητα, μα τον ίδιο τον χωρόχρονο. Μία παρόμοια κεντρική ιδέα έχει το κυβερνοπάνκ τηλεοπτικό άνιμε Megazone 23 του 1985.

Η εκτέλεση και η υλοποίηση του Matrix είναι όμως τα στοιχεία που κέρδισαν κυρίως το κοινό της εποχής. Κατ’ αρχάς, τα ειδικά εφέ της ταινίας προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα και έθεσαν νέα πρότυπα στον χώρο. Εκτός από τα τυπικά τρικ της δεκαετίας του ’90 (αργή κίνηση, μίξη αργών και γρήγορων πλάνων στην ίδια σκηνή, κάλυψη του ίδιου συμβάντος από πολλαπλές γωνίες λήψης κλπ.) εδώ εισάγεται επίσης ο πρωτοποριακός “Bullet Time“, πατέντα του διευθυντή ειδικών εφέ John Gaeta: σε ορισμένες σκηνές δράσης στο Matrix ο χρόνος μοιάζει να παγώνει σχεδόν στιγμιαία και η κάμερα να εκτελεί στροφή 180 ή 360 μοιρών γύρω από έναν ή περισσότερους χαρακτήρες, ενώ ταυτόχρονα αυτοί και οι ήδη πυροδοτημένες σφαίρες από τα όπλα τους συνεχίζουν να κινούνται σε πολύ αργή κίνηση – επιπροσθέτως οι σφαίρες αφήνουν εντυπωσιακά κενά αέρα στο διάβα τους.

Σε αντίθεση με κάθε άλλη χρήση του Bullet Time από τότε, στο Matrix το εν λόγω εφέ κατέχει σαφή αφηγηματικό ρόλο: υποδηλώνει ότι οι πρωταγωνιστές είναι σε θέση να κινούνται το ίδιο γρήγορα με τις σφαίρες, τόσο γρήγορα που το υπόλοιπο περιβάλλον μοιάζει συγκριτικά ακίνητο και ο χρόνος παγωμένος, παρέχοντας πολλαπλές οπτικές γωνίες στον θεατή για το ίδιο συμβάν. Το γεγονός αυτό, επίγονος των ξεχωριστών ικανοτήτων των πρωταγωνιστών των γούξια, ερμηνεύεται σεναριακά από τις ιδιαίτερες δυνάμεις τους στον κόσμο της προσομοίωσης. Οι χορογραφίες των σκηνών μάχης από τον Κινέζο Yuen Woo-ping, βοηθούμενες από τηλεχειριζόμενα καλώδια όπου είναι προσδεμένοι οι ηθοποιοί προκειμένου να μπορούν να «εκτελούν» υπεράνθρωπα άλματα, είναι επίσης απόλυτα πειστικές, πλαστικές και εκθαμβωτικές.

Οι κινήσεις των χαρακτήρων, με τα πιο εντυπωσιακά στιγμιότυπα κινηματογραφημένα σε αργή κίνηση και με κατάλληλη μουσική υπόκρουση, παρασύρουν τον θεατή στη βιντεοκλιπίστικη, στυλιζαρισμένη αισθητική τους, ενώ παρά τον εξωπραγματικό χαρακτήρα τους (αδύνατα άλματα μαγνητοσκοπημένα από τις πιο απίθανες γωνίες λήψεις, ήρωες που περπατούν στους τοίχους ή ακροβατούν με χάρη πυροβολώντας και ταυτόχρονα αποφεύγοντας σφαίρες) δικαιολογούνται αφηγηματικά – όπως και ο χρόνος σφαίρας – από την ψευδαίσθηση του Matrix και την υπέρβασή του. Επίσης, χάρη στον Woo-ping αλλά και την κινηματογράφηση των Wachowski, οι άφθονες σκηνές πολεμικών τεχνών όχι μόνο δεν προκαλούν πλήξη αλλά παρέχουν απρόσμενη οπτική απόλαυση.

Σημείο που χρήζει ανάλυσης είναι επίσης η ατμοσφαιρική φωτογραφία του φιλμ, υπεύθυνος της οποίας ήταν ο Bill Pope. Στο Matrix συνυπάρχουν δύο τύποι φωτογραφίας οι οποίοι λειτουργούν ως αναπόσπαστο τμήμα της αφήγησης: οι φωτισμοί του πραγματικού κόσμου είναι θερμοί μα τείνουν προς το νοσηρό κλινικό γαλάζιο ή το ερυθρό της χαμηλής φωτιάς – έτσι αναδεικνύεται ο μεταποκαλυπτικός τόνος του σκηνικού. Αντιθέτως στη συνθετική προσομοίωση του Matrix η φωτογραφία είναι ψυχρή, αποστειρωμένη, τα χρώματα που επικρατούν είναι το γκρίζο και ένα πανταχού παρόν εξωπραγματικό πράσινο, με ισχυρές αντιθέσεις και φωτοσκιάσεις οι οποίες ψυχραίνουν ακόμα περισσότερο την εικόνα. Το σύνολο εντυπωσιάζει, παραπέμπει στην αισθητική της διαφήμισης και τονίζει την τεχνητή και τεχνολογική φύση του κόσμου αυτού. Η θαυμάσια φωτογραφία αξιοποιείται κατάλληλα και από τη σκηνοθετική ευφυΐα των Wachowski.

Χαρακτηριστικό δείγμα της τελευταίας συνιστά η σκηνή εισόδου του Μορφέα, του Neo, της Trinity και της υπόλοιπης ομάδας στο Matrix, όταν διεισδύουν στο σύστημα από τον Ναβουχοδονόσορα για να επισκεφθεί ο υποψήφιος Εκλεκτός την Προφήτη: αντί η ταινία να αναλωθεί σε μία φιγουρατζίδικη «υλοποίηση» των χαρακτήρων μες στην προσομοίωση εκ του μηδενός, η κάμερα εκτελεί μία περιστροφή 360 μοιρών δείχνοντας ένα κενό δωμάτιο. Παράλληλα ακούγεται η κατάλληλη ηλεκτρονική μουσική υπόκρουση, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της περιστροφής χτυπά ένα παλιομοδίτικο σταθερό τηλέφωνο, ευρισκόμενο στο κέντρο της αίθουσας και στο άμεσο οπτικό πεδίο της κάμερας. Με το πέρας της δεύτερης περιστροφής η «υλοποίηση» έχει τελειώσει και το τελικό πλάνο ακινητοποιείται περιέχοντας τους χαρακτήρες ήδη στις θέσεις τους! Τότε η μουσική σταματά και ο ηγέτης Μορφέας προχωρά ήρεμος προς το τηλέφωνο, απαντώντας απλώς στον χειριστή: «We are here». Η ευρηματικότητα και ο ρυθμός της σεκάνς είναι στοιχεία αμίμητα.

Ένα πρόσθετο δείγμα της προσεκτικής σκηνοθεσίας συναντάται στο πρώτο δεκάλεπτο της φιλμικής διάρκειας, όταν ο Thomas Anderson αντιμετωπίζει τον εταιρικό του προϊστάμενο επειδή καθυστέρησε να εμφανιστεί στον χώρο εργασίας του: καθώς το στέλεχος της επιχείρησης του μιλά επιτιμητικά, ο αμίλητος και ανέκφραστος κύριος Anderson προσέχει έναν καθαριστή παραθύρων να βουρτσίζει το κλειστό παράθυρο του γραφείου από έξω, πάνω σε μια σκαλωσιά. Το πλάνο όμως κατευθύνεται από το εξωτερικό του κτηρίου προς το εσωτερικό της αίθουσας, διαμέσου του γυάλινου παραθύρου δηλαδή βλέπουμε τον ήρωα αντί για τον καθαριστή, συμβολίζοντας έτσι το γεγονός πως κάποια αόρατη δύναμη προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή του Neo– ο Μορφέας – και να προσανατολίσει την αντίληψή του προς μία «εξωτερική» πραγματικότητα – τη Zion.

Οι αδελφοί Wachowski είχαν μία ακόμα ευφυή ιδέα την οποία ενσωμάτωσαν στο σενάριο με κομψό τρόπο: στις σκηνές μες στο Matrix εμφανίζονται εσκεμμένα μικρά λάθη τα οποία, ύστερα από προσεκτική εξέταση, καθιστούν εμφανή τον τεχνητό χαρακτήρα αυτού του κόσμου. Πρόκειται για «τυχαία» σφάλματα, όπως λανθασμένα είδωλα σε καθρέφτες και άλλες παρόμοιες μικρές λεπτομέρειες. Το σενάριο πρωτοτυπεί αποδίδοντας τέτοια φαινόμενα ή ιδιόμορφες, σπάνιες καταστάσεις – γνωστές εκ των προτέρων στους θεατές – στην ύπαρξη του Matrix και σε υποτιθέμενες δυσλειτουργίες της αφηγηματικής προσομοίωσης. Έτσι π.χ. αναφέρεται ρητά ότι η προμνησία, η αίσθηση η οποία διακατέχει ορισμένες φορές τα άτομα πως έχουν ξαναβιώσει στο παρελθόν μία τρέχουσα αισθητηριακή ή γνωστική εμπειρία, είναι αποτέλεσμα αλλαγών τις οποίες διενεργούν οι Μηχανές στον κώδικα της προσομοίωσης!

Τέλος πρέπει να αναφερθεί το απολύτως σύγχρονο και στυλιζαρισμένο ύφος του Matrix ως προς την καλλιτεχνική διεύθυνση και τις ενδυματολογικές επιλογές: μινιμαλιστικές σχεδιαστικές γραμμές, μαύρες δερμάτινες καμπαρντίνες, λεπτά γυαλιά ηλίου-καθρέφτες – έτσι εμφανίζονται οι πρωταγωνιστές μες στην προσομοίωση, ενισχύοντας το επαναλαμβανόμενο αφηγηματικό μοτίβο των αντανακλάσεων ως συμβόλων της ασταθούς αντίληψης για τον κόσμο. Από κοινού με το Bullet Time και την προσεγμένη ψυχρή φωτογραφία, τα στοιχεία αυτά πέρασαν κατά την περίοδο 1999-2003 στη διαφήμιση, σε κινηματογραφικές απομιμήσεις, σε βιντεοπαιχνίδια και στην καθημερινή ζωή. Τα πρώτα έτη της νέας χιλιετίας η μόδα ακολούθησε σε όλους τους τομείς τα πρότυπα του Matrix, με την «ψηφιακή βροχή συμβόλων» του κώδικα της προσομοίωσης να γίνεται η πιο δημοφιλής προφύλαξη οθόνης στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της εποχής.

Παράλληλα, το φιλμ κυκλοφόρησε σε ένα εξαιρετικό DVD στα τέλη του 1999, μία συλλεκτική έκδοση η οποία αναδείκνυε τις δυνατότητες του νέου τότε ψηφιακού μέσου, συμπληρώνοντας επάξια τον κύκλο ζωής μίας ταινίας που πραγματικά προκάλεσε πανικό στην εποχή της με τη φροντισμένη παραγωγή της.

Καθόλου συμπτωματικά οι βασικοί ηθοποιοί, όπως ο ταιριαστά απαθής και κατά τα φαινόμενα σε μόνιμη σύγχυση Keanu Reeves (πρωταγωνιστής επίσης στο κυβερνοπάνκ Johnny Mnemonic του 1995), ο μεθοδικός, ψυχρός και απειλητικός Hugo Weaving με τη δυσοίωνη και προσεκτική ομιλία, ο επιβλητικός Laurence Fishburne στον ρόλο του σοφού μέντορα με ασίγαστη πίστη στην Προφητεία του Ενός και η σχεδόν ανδρόγυνη, γοητευτική Carrie-Anne Moss ως υποστηρικτική ηρωίδα δράσης, είδαν την καριέρα τους να απογειώνεται με το Matrix – αξιοπερίεργο πάντως είναι πως οι συντελεστές σκόπευαν αρχικά να αναθέσουν τους ρόλους του Neo και της Trinity στους… Will Smith και Sandra Bullock(?)!

Το φιλμ κέρδισε σχεδόν καθολική αναγνώριση, τέσσερα βραβεία Όσκαρ, συνολικά περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια εισπράξεις για τη Warner – συνυπολογίζοντας τις πωλήσεις σε μέσα οικιακής προβολής – και την επιδοκιμασία του William Gibson, ο οποίος σχολίασε θετικά το πώς το σενάριο αντλούσε υλικό από το προϋπάρχον σώμα κυβερνοπάνκ αφηγημάτων. Στις ΗΠΑ υπήρξαν δίκες φόνων όπου οι κατηγορούμενοι δήλωσαν επηρεασμένοι από το φιλμ και παρακινημένοι από το γεγονός ότι η αισθητή πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση, ενώ το 2001 το βιντεοπαιχνίδι Max Payne εμφύτευσε τον χρόνο σφαίρας στους μηχανισμούς των ηλεκτρονικών παιχνιδιών δράσης. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: οι αδελφοί Wachowski , ήδη από τις αρχές του 2000, άρχισαν να προετοιμάζουν τη συνέχεια της μεγάλης τους επιτυχίας.

What is :

Τι είναι τελικά το Matrix; Είναι απλά μια ταινία φαντασίας; Όχι! Κι αυτό είναι που το κάνει ακόμα πιο γοητευτικό. Δεν στηρίζεται απλά και μόνο στην φαντασία των δημιουργών αλλά στην κοσμοθεωρία μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων. Υπάρχει ο κόσμος αυτός μέσα στον οποίο ζούμε και κινούμαστε που στην πραγματικότητα είναι πλασματικός κι ένας άλλος, ο αληθινός κόσμος μέσα στον οποίο θα έπρεπε να ζούμε. Μία ταινία επιστημονικής φαντασίας και φουτουριστικής αντίληψης η οποία μέσα από ένα ευφυώς μπλεγμένο σενάριο που στο τέλος αποζημιώνει καθώς ξεδιαλύνει τα πάντα, ρίχνει μία ματιά στο μέλλον της ανθρωπότητας και προκαλεί το βολεμένο, με τις ευλογίες της θρησκείας, παρελθόν της. Αυτή η κορυφαία στιγμή του κινηματογράφου του φανταστικού, χτίζει μπροστά στα ανυποψίαστα μάτια μας ένα τεχνολογικό σύμπαν που γεννά τρόμο και ηδονή ταυτόχρονα και μας καλεί σε μία ξενάγηση χωρίς εγγυήσεις.

Πηγές

Myriam Diocaretz and Stefan Herbrechter: in Theory, Editions Rodopi, 2006.

Jean Baudrillard: Simulacra and Simulation, Trans. Sheila Fariar Glaser and Ann Arbor, University of Michigan Press, 1994.

Glenn Yeffeth: Taking the Red Pill: Science, Philosophy and Religion in , Harmondsworth, Penguin, 2003.

William Irwin: The Matrix and Philosophy, Chicago and La Salle: Open Court, 2002.