Celebrities

Νότης Σφακιανάκης: «Αετοί», γεράκια και… γύπες στον αέρα της ελληνική μουσικής

Μια συναυλία Ελληνα ερμηνευτή σε άλλη χώρα δεν είναι πάντα απλά ένας τρόπος για να διασκεδάσει ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα του εκεί κοινού και φυσικά για τον ίδιο να εισπράξει μια καθόλου ευκαταφρόνητη αμοιβή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί και να είναι αφορμή για να εκδηλωθούν – ή και να επαναληφθούν – μισαλλόδοξες θέσεις και απόψεις που επιπλέον ίσως και να υπογραμμίζονται από συγκεκριμένες πράξεις και οι οποίες προφανώς θα προκαλέσουν αναπόφευκτα ανάλογες ή και χειρότερες από την άλλη πλευρά.

Τα γεγονότα γνωστά αν και συνέβησαν στο περιθώριο των τόσων καίριων θεμάτων τα οποία απασχολούν αυτό τον καιρό την χώρα μας οπότε απλά θα τα επαναλάβω συνοπτικά για όσους και όσες δεν ασχολήθηκαν καθόλου με το ζήτημα. Ο Νότης Σφακιανάκης προγραμμάτισε μια συναυλία στην Αλβανία, πιο συγκεκριμένα στο συνεδριακό κέντρο των Τιράνων. Αναφαίρετο δικαίωμα του θα μπορούσε να πει κάνεις και σαφώς είναι, όταν όμως έχουν προηγηθεί μια σειρά από γεγονότα, δηλώσεις αλλά και πράξεις του, το θέμα ίσως να μην είναι μια ακόμα συναυλία κάποιου αλλά πολύ πιο σύνθετο και να έχει απρόβλεπτες προεκτάσεις και συνέπειες.

Τα αλβανικά media και ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης της γειτονικής χώρας γνωρίζουν πολύ καλά πολλά πράγματα που έχει πει και μερικές φορές πράξει ο λαϊκός τραγουδιστής τα τελευταία αρκετά χρόνια, τουλάχιστον από την αρχή της κρίσης. Γνωρίζουν τις υπερεθνικιστικές απόψεις του, τις απαξιωτικές δηλώσεις του για το σύνολο του πολιτικού συστήματος της χώρας μας, ακόμα και για το δημοκρατικό πολίτευμα της και αντίστοιχα τον περισσότερο ή λιγότερο σφιχτό εναγκαλισμό του με την Χρυσή Αυγή, κάποτε ακόμα και την απροκάλυπτη συμπόρευση του μαζί της όπως για παράδειγμα όταν στην περυσινή πρεμιέρα προγράμματος του στη Θεσσαλονίκη η οποία συνέβη την ημέρα της επετείου του πραξικοπήματος του ’67 όχι μόνο δεν είχε κανένα πρόβλημα με το ότι μέλη της είχαν φέρει την σημαία της χούντας (!) αλλά και σχεδόν τους ενθάρρυνε και φωτογραφήθηκε χαμογελαστός μαζί τους.

Ποτέ δεν απέκρυψε την πίστη του σε έναν σε έναν άκρως ιδιότυπο ελληνοκεντρισμό ή μάλλον εθνοκεντρισμό ο οποίος έφτασε κάποιες φορές μέχρι του να προτείνει την απόρριψη του χριστιανισμού και την αντικατάσταση του από το αυθεντικό και αμιγώς ελληνικό….Δωδεκάθεο του Ολύμπου!

Γνωστές όμως είναι και οι απόψεις του για τους μετανάστες και πρόσφυγες από την Αλβανία παλαιότερα, την δοκιμαζόμενη Μέση Ανατολή πιο πρόσφατα και οπουδήποτε αλλού, για οποιονδήποτε δεν είναι γηγενής με άλλα λόγια και οι οποίες συνοψίζονται στο στερεότυπο του «πας μη Έλλην βάρβαρος» που διέπει διαχρονικά τον ημέτερο ακροδεξιό χώρο. Είναι επίσης γνωστές οι σχεδόν συλλήβδην κατηγορίες του για τους μη ελληνικής καταγωγής συμπολίτες μας ως κακοποιών και οι χαρακτηρισμοί του για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ή ακόμα και για τις συνήθειες της σωματικής υγιεινής τους που διακατέχονται και αναπαραγάγουν τις πλέον στυγνά ρατσιστικές απόψεις.

Το να πραγματοποιήσει λοιπόν μια συναυλία στην χώρα από την οποία ήρθε το πρώτο και αναλογικά μεγαλύτερο μεταναστευτικό ρεύμα στην Ελλάδα στην σύγχρονη εποχή σαφέστατα συνιστούσε μια πρόκληση και – δεδομένου μάλιστα του έντονα εθνικιστικού κλίματος που επικρατεί και πάλι στην Αλβανία τα τελευταία χρόνια – δεν είναι καθόλου παράξενο ότι πολλοί εκεί σήκωσαν το γάντι. Για διαφορετικούς λόγους φυσικά καθένας, άλλους είχαν οι ακραίοι Αλβανοί εθνικιστές, άλλους οι περισσότερο ή λιγότερο πατριώτες «μέσοι πολίτες» και άλλους τέλος τα media που όπως συμβαίνει παντού και πάντα σε ανάλογες περιστάσεις προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν το θέμα. Το γεγονός είναι ότι υπήρξαν έντονες και εκτεταμένες αντιδράσεις οι οποίες μάλιστα σε μια περίπτωση εκφράστηκαν με στίχο ενός δικού του τραγουδιού του ’05, δηλαδή «πάρε τον δρόμο που σου πρέπει τον αγύριστο»!

Απτόητος όμως αυτός προχώρησε στην πραγματοποίηση της συναυλίας η οποία, πρέπει να το σημειώσουμε, ήταν sold out αρκετές ημέρες πριν παρά την καθόλου χαμηλή τιμή του εισιτηρίου, όχι μόνο για τα αλβανικά αλλά ακόμα και για τα ελληνικά δεδομένα. Στη διάρκεια της, εν τω μέσω της «χλίδας» που επικρατούσε τόσο στη σκηνή όσο βέβαια και στο ακροατήριο και μεταξύ των τραγουδιών, ο Σφακιανάκης επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις κάνοντας, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Δήλωσε ότι «αυτός γνωρίζει Ιστορία και για αυτό ξέρει και την προέλευση και την αξία της αλβανικής φάρας (sic)» και ότι απασχολεί ο ίδιος με διαφόρους τρόπους «Βορειοηπειρώτες» ή και Αλβανούς και είναι πολύ ικανοποιημένος από αυτούς ως εργαζομένους.

ÍÏÔÇÓ ÓÖÁÊÉÁÍÁÊÇÓ

Επειδή όμως για να αθωώσεις ξαφνικά κάποιους που κατηγορείς επί μακρόν πρέπει αναγκαστικά να ενοχοποιήσεις κάποιους άλλους στην θέση τους στη συνέχεια επιτέθηκε στους…Ελληνες λέγοντας ότι «δεν θέλουν να δουλεύουν». Η κραυγαλέα επιφανειακά αντίφαση δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση, δεν πρόκειται για τίποτα άλλο από την τυπική ελληνική ακροδεξιά ρητορεία στην οποία ο περιούσιος λαός μας μπορεί μέσα μια στιγμή να γίνει «προσκυνημένοι ραγιάδες, όχλος, πολτός, μάζα Γραικύλων» και οτιδήποτε άλλο εξυπηρετεί τους πολιτικούς και όχι μόνο σκοπούς και επιδιώξεις του εκάστοτε ομιλητή. Αρα δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι την ίδια στιγμή στην αλβανική τηλεόραση τον αποκαλούσαν «ρατσιστή, ακροδεξιό, χουντικό, Χρυσαυγίτη και φασίστα».

Δεν μπορώ να κατανοήσω λοιπόν το γιατί πολλοί στην Ελλάδα εξεπλάγησαν ή και αγανάκτησαν με αυτούς τους απόλυτα αληθινούς για όποιον έχει παρακολουθήσει τον βίο και την πολιτεία του Σφακιανάκη χαρακτηρισμούς. Άλλωστε υπό μιαν έννοια η αλβανική τηλεόραση απλώς ανταπέδιδε τα ίσα και μάλιστα έχοντας έναν πολύ καλό λόγο που της έδινε την ευκαιρία να το κάνει. Ας μη ξεχνάμε δηλαδή ότι για ένα μεγάλο διάστημα στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με αρχές εκείνης του ΄00 για τα ελληνικά κανάλια οποιαδήποτε εγκληματική πράξη στην οποία όχι αυτόπτες μάρτυρες αλλά ούτε καν οποιοδήποτε στοιχεία υπήρχαν είχε εκ προοιμίου διαπραχθεί από «αλλοδαπούς» ή και, πιο συγκεκριμένα, Αλβανούς! Όταν σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι αρχές λίγες ημέρες αργότερα διαλεύκαναν την υπόθεση και αποδεικνυόταν ότι όλοι οι ένοχοι ήταν Έλληνες δεν υπήρχε όχι απολογία αλλά ούτε καν η επιβεβλημένη από την δημοσιογραφική δεοντολογία επανόρθωση. Γιατί λοιπόν να μην κάνουν ακριβώς το ίδιο και τα αλβανικά media όταν μάλιστα είχαν απολύτως συγκεκριμένη αιτία και αφορμή και δεν κατασκεύαζαν fake news όπως τότε τα δικά μας;

Κάπου εδώ όμως κάποιοι δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε ότι ο Σφακιανάκης, όχι τόσο έντονα και ξεκάθαρα μεν όσο το κάνει από τότε που άρχισε η κρίση, ποτέ όμως δεν απέκρυψε τις απόψεις του αλλά αντίθετα τις εξέφραζε περισσότερο ή λιγότερο άμεσα σχεδόν από την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε. Ποτέ δεν απέκρυψε την πίστη του σε έναν σε έναν άκρως ιδιότυπο ελληνοκεντρισμό ή μάλλον εθνοκεντρισμό ο οποίος έφτασε κάποιες φορές μέχρι του να προτείνει την απόρριψη του (προφανώς για αυτόν επιβεβλημένου από τους απανταχού συνωμοτούντες Εβραίους) χριστιανισμού και την αντικατάσταση του από το αυθεντικό και αμιγώς ελληνικό….Δωδεκάθεο του Ολύμπου! Οι θέσεις του αυτές διαφαίνονταν ακόμα και στους σχεδόν αποκλειστικά ερωτικούς σε πρώτο επίπεδο στίχους των τραγουδιών του που ναι μεν δεν τους έγραφε και δεν τους γράφει ο ίδιος αλλά αυτοί που το κάνουν γνωρίζουν πολύ καλά ότι προορίζονται συγκεκριμένα για αυτόν και ό,τι γράφουν έχει την απόλυτη έγκριση του, αν δεν είναι και παραγγελία του σε ορισμένες περιπτώσεις.

Είναι δύσκολο δηλαδή να μη διακρίνει κανείς πίσω από το περιβόητο «ο αετός πεθαίvει στov αέρα, ελεύθερoς και δυvατός. Της απovιάς όταv τov βρίσκει σφαίρα, τov αγκαλιάζει o ουρανός» όχι μόνο την «αντρίκεια» υπερηφάνεια του πληγωμένου αρσενικού που όμως ποτέ δεν κλαίει αλλά και του Ελληνα που θα θυσιαστεί όταν χρειάζεται για την πατρίδα με μόνο αντάλλαγμα να τον δεχτεί το χώμα το οποίο βρίσκεται κάτω από τον γαλανό ουρανό της, ψευδο-φιλολογικά φληναφήματα που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από άκρως επικίνδυνα μισαλλόδοξα ιδεολογήματα. Ενα χρόνο μετά, το ’95, το «βαρύ και ασήκωτο» μουσικά και στιχουργικά «Νταβατζής» ήρθε για να δείξει ότι ο προφανώς προορισμένος από την νομοτέλεια της άρρηκτης συνέχειας της τρισχιλιετούς Ιστορίας του να πετάει υψηλότερα από όλους τους άλλους Έλλην «αετός» βλέπει το γυναικείο τμήμα του είδους του ως αντικείμενο – κυρίως σεξουαλικό αλλά όχι μόνο – και όχι σαν συνάνθρωπο του, έναν αντικείμενο που ως τέτοιο δεν μπορεί παρά να έχει διάφορους «νταβατζήδες» από τους οποίους ο μόνος ο οποίος δύναται να το σώσει είναι ο ίδιος ο γενναίος «αετός» με την ακλόνητη πίστη του στις αρχές της οικογένειας και της τιμής που απορρέει από αυτήν.

ο Notis εν πολλοίς ήταν ένα αρχέτυπο – πρότυπο, ο επιτυχημένος, «φραγκάτος», με «σουξέ» όχι μόνο στα τραγούδια αλλά και στο «αδύνατο φύλο»

Ηταν και εξακολουθεί να είναι απορίας άξιο για εμένα το ότι αυτούς τους στίχους τους συνυπέγραφε το ζεύγος Χρυσοβέργη, ότι δηλαδή είναι και μια γυναίκα υπεύθυνη για φράσεις τύπου «κάποτε είμαστε μαζί/σ’ ένα πορνείο στη Βεγγάζη/που σ’ έσωσα απ’ τον νταβατζή», δηλαδή όλες είναι πόρνες (για να μη χρησιμοποιήσω την λέξη της καθομιλουμένης) τι τα θες, τι τα γυρεύεις…Δεν είναι συμπτωματικό ότι ακόμα και το συγκυριακό γεγονός ότι η σύζυγος του δεν είναι Ελληνίδα – και το οποίο προφανώς δεν συνάδει με την γενικότερη Ελληνοπρέπεια ή μήπως…Ελληνοψυχία του; – ο Σφακιανάκης επιχείρησε μερικές φορές να το εκμεταλλευθεί ως απόδειξη του ότι ο Έλλην, εκτός του ότι είναι περιούσιος λόγω καταγωγής και για αυτό ανώτερος όλων, φυσικά υπερτερεί όλων των υπολοίπων «βαρβάρων» και σε…ανδρισμό, κάτι που προφανώς τον καθιστά ακαταμάχητο και περιζήτητο επιβήτορα και πατέρα των παιδιών κάθε γυναίκας από οποιαδήποτε χώρα του κόσμου! Αυτό άλλωστε δεν αποτελεί διαχρονικά, ήδη από την εποχή των θρυλικών «καμακιών» Αθηνών τε και νήσων του Αιγαίου, βασικότατο πυλώνα της τουριστικής βιομηχανίας μας;

Εθνικιστικός σοβινισμός, ρατσισμός, σεξισμός, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα καθένα να προκύπτει από το άλλο και να το συνοδεύει και όλα μαζί να συναπαρτίζουν το θολό ίσως καταρχήν αλλά αποτρόπαιο και τόσο επίφοβο συνονθύλευμα που λέγεται φασισμός.Αραγε όλα αυτά δεν ήταν ορατά και τότε, περισσότερα από είκοσι χρόνια πριν; Φυσικά και ήταν, γιατί λοιπόν τόσοι και τόσες τα προσπερνούσαν χαρακτηρίζοντας τον Σφακιανάκη απλά «γραφικό» ή, ακόμα χειρότερα, «γνήσιο μάγκα», τον τελευταίο ίσως του είδους; Επειδή ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας τότε λειτουργούσε ως αλλόκοτη κολυμβήθρα του Σιλωάμ στην οποία φυσιογνωμίες σαν την δική του καθάρονταν και διά της δημοφιλίας – που όλα τα σβήνει και δικαιολογεί τα πάντα – εξιλεώνονταν. Στην Σημιτική Ελλάδα της επίπλαστης ευφορίας την οποία απολάμβαναν, ανυποψίαστοι και μη, πάσης φύσεως «Ελληναράδες» που διασκέδαζαν μέχρι πρωίας ξεσαλώνοντας στα «Ελληνάδικα» (οποίος γλωσσικό βαρβαρισμός αλήθεια για τα clubs που έπαιζαν εγχώρια αντί της «ξενόφερτης» μουσικής και πόσα αποκάλυπτε δίχως καν να το γνωρίζουν αυτοί που τον επινόησαν…) ο Notis εν πολλοίς ήταν ένα αρχέτυπο – πρότυπο, ο επιτυχημένος, «φραγκάτος», με «σουξέ» όχι μόνο στα τραγούδια αλλά και στο «αδύνατο φύλο» και περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον Ελληνάρας στον οποίο πάρα πολλοί ήθελαν να μοιάσουν.

Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και αναφορικά με μερικές περιπτώσεις που ίσως να μην είναι τόσο ακραίες και επικίνδυνες όσο του κατά τα άλλα «Ελληνολάτρη» αοιδού που πολλές φορές την εποχή του «μεσουρανήματος» του (η οποία φυσικά ήταν εκείνη των «παχέων αγελάδων») στις αφίσες και τις μετόπες των, κατά τον αείμνηστο Ευάγγελο Γιαννόπουλο, «πολιτιστικών κέντρων» αναφερόταν μόνο με την λατινική γραφή του μικρού ονόματος του αλλά δεν παύουν να είναι τουλάχιστον προβληματικές για τον δημόσιο βίο της χώρας μας.

Για παράδειγμα οι απόψεις του Αντώνη Ρέμου για την Τουρκία και τις διαχρονικές σχέσεις της Ελλάδας μαζί της έχουν σχολιασθεί ποικιλοτρόπως και οι αντιδράσεις ακολούθησαν την γνωστή – και τυπικά…ποδοσφαιρικής νοοτροπίας – οδό της πόλωσης, με κάποιους να είναι φανατικά εναντίον και άλλους, σαφώς λιγότερους, φανατικά υπέρ. Δεν άκουσα όμως κανέναν να μιλάει για την πραγματική ουσία του θέματος, δηλαδή το με ποιες ειδικές γνώσεις και εμπειρία ο κάθε Ρέμος μπορεί να τοποθετείται σε τόσο λεπτά θέματα εξωτερικής πολιτικής σε μια περίοδο που η ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σε τόσο μεγάλη αναταραχή, αν δεν φλέγεται κυριολεκτικά ενώ ταυτόχρονα τόσα ζητήματα στα Βαλκάνια είναι ανοιχτά ή ανοίγουν εκ νέου.

Ακόμα και το πολιτικό τραγούδι τύπου Μίκη Θεοδωράκη έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, ανήκει οριστικά στο παρελθόν

Διότι είναι σαφώς δικαίωμα καθενός και καθεμίας να έχει τις πολιτικές και ακόμα περισσότερο κοινωνικές απόψεις του αλλά το να τις συζητά στο σπίτι του ή πίνοντας καφέ με την παρέα του είναι εντελώς διαφορετικό από το να τις εκφράζει από δημόσιο βήμα, στην δεύτερη περίπτωση απαιτείται γνώση και πάρα πολλή περίσκεψη. Ουδείς θα σκεφτεί να μην επιτρέψει στη Νατάσσα Μποφίλιου – που όταν δέχτηκε επίθεση από την Χρυσή Αυγή αρκετοί σπεύσαμε να την υπερασπιστούμε, καλό είναι στην χώρα της επιλεκτικής στο έπακρο μνήμης να μην λησμονούμε μερικά πράγματα – να διαφωνήσει από ένα σημείο και μετά με τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση του και να εκφράσει τις αντιρρήσεις της ή ακόμα και να κάνει αντιπολίτευση υιοθετώντας τις θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή όποιου άλλου πολιτικού χώρου και σχηματισμού θέλει.

Αλλά το να μιλάς το 2017 για την, έστω και δικτατορία κατ’ εσένα της ΕΕ, που σε κάνει να εύχεσαι «μακάρι να υπήρχε ένας ηγέτης να τα παρατήσω όλα και να πάω μαζί του στο βουνό», να επαναφέρεις δηλαδή λογικές και πρακτικές του εμφυλίου πόλεμου για τον οποίο η Ιστορία έχει ήδη αποφανθεί, επιμερίζοντας εξίσου την ευθύνη σε αμφότερες τις πλευρές, ότι είναι η αιτία για τα χειρότερα δεινά της Ελλάδας από τότε που έγινε και πάλι ελεύθερο κράτος αποτινάζοντας την Τουρκοκρατία πολλά εκ των οποίων εξακολουθούν να την ταλανίζουν μέχρι σήμερα, είναι ασυγχώρητη αφέλεια αν όχι επιβλαβής έλλειψη σωφροσύνης, κοινής λογικής δηλαδή.

Οι γεωπολιτικές και κοινωνικές συνθήκες του εικοστού πρώτου αιώνα για όλο τον κόσμο και φυσικά και για την Ελλάδα δεν έχουν καμία σχέση ακόμα και με αυτές του τέλους του εικοστού και είναι καιρός κάποιοι να αντιληφθούν ότι ακόμα και το πολιτικό τραγούδι τύπου Μίκη Θεοδωράκη έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, ανήκει οριστικά στο παρελθόν.

Φυσικά πολιτική διάσταση υπάρχει στα πάντα και βέβαια και σε πάρα πολλά τραγούδια, ακόμα και σε ερωτικά και επαναλαμβάνω ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα των δημιουργών και ερμηνευτών τους, όπως και οποιουδήποτε άλλου, να έχουν τις πολιτικές απόψεις τους. Περισσότερο όμως και από το ποιες είναι αυτές σημασία έχει αν και κυρίως το πως τις εκφράζουν. Το να εκμεταλλεύεσαι την αναγνωρισιμότητα σου και το ότι έχεις τη δυνατότητα να απευθύνεσαι με διάφορους τρόπους σε μεγαλύτερες ή μικρότερες ομάδες πληθυσμού ελάχιστα ή και καθόλου απέχει από την πολιτική δημαγωγία. Αυτή την κόκκινη γραμμή κάποιοι στο εξωτερικό και αρκετοί και πιο συχνά στην χώρα μας – μετά από περισσότερα από σαράντα χρόνια μεταπολιτευτικής δημοκρατίας – δυστυχώς την υπερβαίνουν.

Δεν είναι συμπτωματικό ότι το φαινόμενο αυτό παντού το συναντάμε συχνότερα στον χώρο της παραδοσιακής και λαϊκής μουσικής. Παρά την ανυπολόγιστη πολιτισμική αξία και σημασία της για κάθε λαό η παράδοση εκ φύσεως συνιστά παρελθοντολογία, άρα αναπόφευκτα εμπεριέχει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό την συντήρηση. Η χούντα επέλεξε ενστικτωδώς τα τσάμικα (και όχι βέβαια τα «περιθωριακά» ρεμπέτικα…) ως συνοδευτικό του αρχαιοπρεπούς κιτς της και ως μουσική έκφραση της και όπως είχα αναλύσει διεξοδικά σε παλαιότερο άρθρο μου στο HuffingtonPost.gr ένα πολύ μεγάλο τμήμα της βιομηχανίας της country του Nashville υποστήριξε προεκλογικά τον μισαλλόδοξο Τραμπ και εξακολουθεί να το κάνει. Για όποιον δεν έχει παρωπίδες είναι εύκολο να διακρίνει μέσα σε αυτό το πλέγμα που αφορά στην λαϊκή μουσική (όπως και σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη κοινωνική έκφανση και εκδήλωση) να ελλοχεύει ή και να υψώνει απειλητικά το κεφάλι του ο λαϊκισμός σε όλο του το μεγαλείο. Ενας επαμφοτερίζων λαϊκισμός που όσοι υπόκεινται σε αυτόν τον εκδηλώνουν με διάφορους τρόπους κατά το εκάστοτε δοκούν και όσοι τον χρησιμοποιούν τον εφαρμόζουν επίσης για τις διαφορετικές σκοπιμότητες τους.

Ο ολοκληρωτισμός, ως φασισμός και σε οποιαδήποτε άλλη έκφανση του, δεν είναι παρά η προσπάθεια ενός προσώπου (ή έστω μιας ολιγομελούς ομάδας ανθρώπων που σχεδόν πάντα συνασπίζεται γύρω από έναν) να ελέγξει και να κυριαρχήσει πάνω σε όσο το δυνατόν περισσότερους.

Στο φόντο όλου αυτού έχουμε τον ρόλο του/της spokesman/spokeswoman for a generation, του/της από καθέδρας – ή από…σκηνής στην περίπτωση μας – εκφραστή/ιας μιας ολόκληρης κοινωνίας ή έστω ενός πολύ μεγάλου μέρους της σε μια δεδομένη εποχή. Εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό σχεδόν ταυτίζεται με το στερεότυπο του «χαρισματικού λαοπρόβλητου ηγέτη» το οποίο με την σειρά του δεν είναι τίποτα άλλο από τον μετασχηματισμό του μέχρι τον Διαφωτισμό και σε μερικές περιπτώσεις και μετά από αυτόν θεόσταλτου τέτοιου, ενός «σωτήρα» που κάποια μεταφυσική της Ιστορίας στέλνει ευτυχώς στις ηλίθιες, αποβλακωμένες (από ποιους και γιατί όμως άραγε;) μάζες ως ταγό τους για να μην αφανιστούν και να έχουν μιαν ελπίδα να τις οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον.

Αν επρόκειτο για κινηματογραφική ταινία αυτό είναι το σημείο όπου θα λέγαμε «κάπου εδώ ήρθαμε». Γιατί διαχρονικά ο ολοκληρωτισμός, ως φασισμός και σε οποιαδήποτε άλλη έκφανση του, δεν είναι παρά η προσπάθεια ενός προσώπου (ή έστω μιας ολιγομελούς ομάδας ανθρώπων που σχεδόν πάντα συνασπίζεται γύρω από έναν) να ελέγξει και να κυριαρχήσει πάνω σε πάρα άλλους, όσο το δυνατόν περισσότερους. Οι πολιτικές ιδεολογίες μπορεί να αλλάζουν ή ακόμα και να έρχονται και να παρέρχονται αλλά το διαρκές αίτημα και διακύβευμα από τότε που η ανθρωπότητα απέκτησε πρώτα προσωπική και στη συνέχεια συλλογική συνείδηση και για όσο θα υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη είναι ένα και μόνο, της προσωπικής, υλικής διανοητικής και ψυχολογικής, ελευθερίας για όλα τα μέλη της. Η μουσική, εκ φύσεως μαζί με την ποίηση οι πλέον ελεύθερες μορφές έκφρασης και δημιουργίας του ανθρωπίνου πνεύματος, δεν μπορεί λοιπόν παρά να διατυπώνει συνεχώς και να διατρανώνει αυτό το κεφαλαιώδες αίτημα. Με άλλα και πιο απλά λόγια TSOL, δηλαδή True Sounds Of Liberty, όπως το έθετε εμβληματικά το όνομα ενός αμερικανικού hardcore punk συγκροτήματος της δεκαετίας του ’70 το οποίο σημειωτέον εξακολουθεί να υπάρχει, σαράντα ακριβώς χρόνια μετά τον σχηματισμό του, όντας ζωντανή απόδειξη και πραγμάτωση του διαρκούς αιτήματος για μουσική και συνολική ελευθερία!

Θάνος Μαντζάνας
Κριτικός μουσικής, δημοσιογράφος, συγγραφέας

Source
huffingtonpost
Tags

Related Articles