SHARE

Με προορισμό έναν απομακρυσμένο πλανήτη στην άκρη του γαλαξία, το πλήρωμα του αποικιακού διαστημοπλοίου Covenant ανακαλύπτει κάτι που νομίζει ότι είναι ένας αχαρτογράφητος παράδεισος, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν σκοτεινό, επικίνδυνο κόσμο – του οποίου μοναδικός κάτοικος είναι το συνθετικό ανδροειδές David, επιζών τις καταδικασμένης αποστολής του Prometheus.

 

Ο Ridley Scott επιστρέφει στο σύμπαν του Alien με το Alien: Covenant, το δεύτερο κεφάλαιο στην prequel τριλογία που ξεκίνησε με το Prometheus και συνδέεται άμεσα με το έργο – ορόσημο του 1979 που άλλαξε την επιστημονική φαντασία για πάντα και έδωσε ζωή σε ενα νέο είδος sci-fi τρόμου.

Ερχόμενος απο την κριτική και εισπρακτική επιτυχία του The Martian, βουτάει (πολύ γρήγορα) στα “άγνωστα νερά” της τριλογίας του, μουδιασμένος απέναντι στο μύθο που ο ίδιος έφτιαξε. Χρησιμοποιώντας όλα τα γνωστά στοιχεία που έχουμε δει και στις προηγούμενες ταινίες, ο Scott φτιάχνει ένα κινηματογραφικό υβρίδιο, που τηρεί τους “κανόνες”, αποζημιώνοντας σίγουρα τους φαν, χωρίς όμως να εκπλήσσει.

Η σύγκρουση του καλού και του κακού σε ένα σκοτεινό περιβάλλον, πολλά τέρατα, ένας “κουβάς” gore, καλά χορογραφημένες σκηνές μάχη, αλλά και ερωτήματα υπαρξιακής φύσεως όπως, “ποιοι είμαστε“, “ποιος ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου” έρχονται ξανά στην επιφάνεια, ενδύοντας με ένα μεταφυσικό χαρακτήρα το όλο εγχείρημα που παραμένει όμως, μια πρόφαση για να ξεκινήσει η περιπέτεια.

Η κύρια δράση, η οποία εκτυλίσσεται αργά, με το βραδυφλεγές φιλμ να παίρνει μπρος μετά την πρώτη ώρα, βασίζεται σε ένα συνεχές πήγαινε-έλα σε κλειστούς χώρους, όπου το μυστήριο και το σασπένς πρωταγωνιστούν καταδυναστεύοντας το θεατή. Μέσα σε όλο αυτό το τρομακτικό περιβάλλον, τα πρόσωπα και οι χαρακτήρες κάνουν γενναίες προσπάθειες να πείσουν ότι είναι συνεχιστές των προκατόχων τους, αγγίζοντας όμως (μερικές φορές), τα όρια της παρωδίας (βλέπε gay ζευγάρι στρατιωτικών).

Ο τρόμος, το βασικό και αδιαπραγμάτευτο στοιχείο των πρώτων ταινιών, που μας θυμίζουν τούς εφιάλτες που μας προκάλεσαν τα φρικτά “τερατάκια”, είναι παρών αλλά δεν σώζει την παρτίδα.

Η ταινία, μένοντας απο σεναριακά “καύσιμα”, φαντάζει ως ενα deja vu, ή ακόμα καλύτερα ως ενα “greatest hits” από τις φρικιαστικές στιγμές των άλλων ταινιών της σειράς (Μεγάλε James Cameron), αλλά ακόμα και αυτές μένουν ανεκμετάλλευτες, παρ’ όλο το σκηνοθετικό μπρίο του Scott.

Η εμπειρεία του Scott στίς σκηνές δράσης, με μια καθηλωτική (είναι η αλήθεια) σκηνοθεσία επιβεβαιώνεται για ακόμη μια φορά, όπως φυσικά  τα προσεγμένα εφέ και η αψεγάδιαστη εικόνα του Alien Covenant , στοιχεία που κάνουν μια καλή περιπέτεια, αλλά παράλληλα δεν προσθέτουν κάτι καινούργιο στόν μύθο. Με δύο λόγια, όλα επιτυχημένα αλλά τα έχουμε (δυστυχώς) ξαναδεί.

Ο Michael Fassbender σε διπλό ρόλο, προσδίδει φιλοσοφικές διαστάσεις στο σενάριο και καταφέρνει να αποδώσει υπέροχα τις διαφορές των δύο “συνθετικών” χαρακτήρων μέσα από τις εκφράσεις του προσώπου του, τη στάση του σώματός του και τον τρόπο ομιλίας του. Η συμπαθητική Katherine Waterston (Fantastic Beasts and Where to Find Them), δεν πείθει ως “νέα” Ripley, ενώ οι υπόλοιποι ηθοποιοί ανταποκρίνονται επαρκώς στους ρόλους τους.

Παρά την εξαιρετική δουλειά που εχει γίνει στο production design, το Alien: Covenant δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία μέτρια κινηματογραφική “γέφυρα” μεταξύ του Prometheus και του 3ου prequel. Ενω διορθώνει τα κακώς κείμενα της προηγούμενης ταινίας, φτιάχνει την ατμόσφαιρα που οι πιστοί του Αlien περιμένουν, χρησιμοποιεί οικείες κινηματογραφικές αναφορές,  αποδεικνύει ότι αυτή την ιστορία την ξέρει καλά, αλλά μάλλον στερείται νέων ιδεών.

Ας ελπίσουμε η συνέχεια να περιέχει το “Alien” που αγαπήσαμε (όλοι) και όχι να ξαναγίνει μια περιπέτεια που τυχαίνει… να έχει Alien!