SHARE

Νothing is ever enough – I couldn’t create if it was!”. Για κάποιους, προβοκάτορας, επιλεκτικά  μισαλλόδοξος, αντισυμβατικός, πεσιμιστής και όμως! Αν αναλογιστείς την ουσία πίσω από το παραπάνω απόφθεγμα των γραπτών του 47χρονου μέσα από το «», λογικά, πριν καν τον χαρακτηρίσεις, ένα μόνο μπορεί να είναι το συμπέρασμα σου: καλλιτέχνες σαν εκείνον, είναι ο λόγος που ο κινηματογράφος ακόμα και σήμερα, διχάζει, ενεργοποιεί την αναζήτηση και το ενδιαφέρον, αποζητώντας την άποψη σου.

Η παρακολούθηση του νέου αυτού, «διαδραστικού» για το θεατή έργου τέχνης, από έναν άνθρωπο που ανέκαθεν βασίζεται στους νόμους της φύσης, εντρυφώντας πάνω στην αντίδραση που επιφέρει η δράση, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Όπως κάθε αντίστοιχη δημιουργία του, βασίζει την υπόσταση αλλά και τα νοήματα της, στην αλληγορία των λέξεων  σε συνδυασμό με τις εικόνες που προβάλει, προκαλεί, αποζητά την προσοχή στις λεπτομέρειες, την ενδελεχή ανάλυση αλλά και αρκετά διευρυμένη αντίληψη.

Δεν υπάρχει η παραμικρή παρανόηση για το αν βρισκόμαστε ή όχι στα άδυτα των ανησυχιών του Aronofsky. Σε ένα κείμενο που σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ξεκίνησε από έναν πενθήμερο, υψηλό πυρετό και που επιλέγει να το υλοποιήσει με νέα τεχνική προσέγγιση. Έμπνευση που ολοκληρώνεται, συμπεριλαμβανομένης  της ακτιβιστικής του δράσης, των θρησκευτικών αλλά και των υπαρξιακών του αναζητήσεων. Κατά την έναρξη, συστήνει κανονικότητα και γαλήνη μόνο και μόνο για να «προσκαλέσει» στην εξίσωση το χάος. Το χάος που επιφέρει όμως στην οθόνη, είναι συγκροτημένο, έχει σκοπό, έχει όπως πάντα και ηθικό αυτουργό.

 

Ο άνθρωπος. Πότε στο επίκεντρο και πότε στο υπόβαθρο, θύμα και θύτης. Έρμαιο των απολαύσεων, των νευρώνων, των αισθήσεων του. Παρορμητικός, προκαλεί ασταμάτητα τη τύχη του, δίχως να αντιλαμβάνεται το κόστος. Δικαιολογημένος, αφού αμφότεροι οι  πραγματικοί «πατέρες» του, εντός και εκτός πλατό, κατανοούν το κατασκευαστικό λάθος. Ακόμα και έτσι, η καταστροφή στο περιβάλλον όπου δραστηριοποιείται, αποτέλεσμα των σαθρών επιλογών του, είναι ανείπωτη, είναι ολοκληρωτική. Η μόνη σωτηρία του, δεν μπορεί να είναι άλλη από την επιμονή του «δημιουργού» στο να συνεχίσει να προσπαθεί μέσα από την (ανα)γέννηση, να τον συνετίσει, να τον εξελίξει. Ακόμα και αν με αυτό τον τρόπο, κάθε φορά, θυσιάζει ό,τι πιο αγνό, ό,τι  πιο όμορφο. Η «Μητέρα» του , είναι η μητέρα όλων μας. Εκείνη που θα θυσιαστεί για τα παιδιά της, η προστάτιδα όλης της οικουμένης. Νέμεσης για όποιον τολμήσει να βλάψει ότι αγαπά, εισβάλλοντας αδικαιολόγητα στο χώρο της.

Με τον φακό «πρώτου προσώπου» του Matthew Libatique, ο σκηνοθέτης, επιτυγχάνει την «απομόνωση» της (τα close-ups επάνω της διαρκούν 66 από τα 121 λεπτά της συνολικής διάρκειας του φιλμ), από όλους και όλα όσα συμβαίνουν επί σκηνής, ανεβάζοντας την αδρεναλίνη κλιμακωτά, κατευθύνοντας τεχνηέντως την προσοχή σου σε εκείνη, όταν γύρω της απλώνεται η γκάμα των στοχασμών του σεναρίου. Η υποβόσκουσα επικείμενη απειλή, απουσία μουσικού θέματος, συντηρεί το κλειστοφοβικό κλίμα,  μέσα από τα δωμάτια ενός οικήματος, σε κατάσταση τύπου Αmityville. Σε εξαίρετη φόρμα, όλο το cast, μοιάζει να συμμερίζεται τους προβληματισμούς της θεματικής, «πιστοποιώντας» με την επίδοση του πως ο θεατής, είναι σημαντικό να εντρυφήσει στα όσα παρακολουθεί, πριν οδηγηθεί σε οριστικό πόρισμα.

Στο «», το να κρίνεις βαθμολογικά το αποτέλεσμα, είναι σαν να προσπαθείς να κάνεις κάτι παρόμοιο σε ένα πίνακα του Rebrand ή του Picasso. Κάθε θεατής χωριστά,  υποκειμενικά, δεδομένου της ιδιοσυγκρασίας, της παιδείας αλλά και της αντίληψης που κατέχει, έχει γνώμη, μπορεί να την εκφέρει και για αυτό εγκαλείται νοητά από το σκηνοθέτη. Όσο προβοκατόρικη και ακραία μπορεί να θεωρηθεί -σε στιγμές- η  άποψη του, το κοινό που τελικά θα «τολμήσει» να την παρακολουθήσει (ακόμα και αν θεωρήσει ότι παραπληροφορήθηκε από την προώθηση της ταινίας), συμμετέχει σε αυτόν τον αλληγορικό εφιάλτη, με τρόπο που σπάνια συναντάς στις μέρες μας σε αμερικανική παραγωγή. Το μόνο που χρειάζεται είναι  η «επώαση» του συμπεράσματος, κάτι που μόνο η πάροδος του χρόνου μπορεί να επιφέρει.

4/5