SHARE

Η θαμμένη, εδώ και 5000 χρόνια, κάπου βαθιά στην έρημο, Αιγύπτια πριγκίπισσα Άχμανετ (Sofia Boutella) “ζωντανεύει” και αναζητά τρόπους να κυριαρχήσει στο σύγχρονο κόσμο, σκορπίζοντας γύρω της τον τρόμο.

Η πριγκίπισσα φέρνει στη σύγχρονη εποχή την ανείπωτη κακία που διογκώθηκε μέσα της στις χιλιετίες που πέρασε στον άλλο κόσμο για να σπείρει τρόμο πέρα από τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης. Ξεκινώντας από την άμμο των ερήμων της Μέσης Ανατολής και διασχίζοντας μυστικούς λαβυρίνθους με κατεύθυνση το Λονδίνο, η Μούμια φέρνει ένταση, θαύματα και συγκινήσεις, για να μας ωθήσει σε έναν νέο κόσμο θεών και τεράτων…

Η Universal, βασιζόμενη στα κινηματογραφικά σύμπαντα των DC και Marvel, αποφάσισε να αναστήσει τα κλασικά της κινηματογραφικά τέρατα με τα οποία έγραψε ιστορία κατά τη διάρκεια της χρυσής εποχής του χολιγουντιανού τρόμου, τις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Σκοπός της είναι να αναβιώσει κλασσικές ταινίες τεράτων στο δικό της νέο σύμπαν που ονομάζει Dark Universe (διαβάστε εδώ). Ιδρυτής του όλου εγχειρήματος είναι ο Alex Kurtzman, ο οποίος πέρνει και τα ηνία με την πρώτη ταινία της σειράς, στήν μόλις δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του, με τον αεικήνιτο σε ένα μείγμα Επικίνδυνης Αποστολής καί εξωτικής περιπέτειας.

Είναι μερικές ταινίες, στις οποίες δεν υπάρχουν και πολλές απαιτήσεις. Για την ακρίβεια, η κάθε ταινία κρίνεται για το είδος της αλλά και το τι περιμένεις από αυτήν. Μια απο αυτές τις ταινίες είναι και η Μούμια. Πετυχαίνει όμως τον στόχο της;

Αν μπείς στήν αίθουσα και βγάλεις απο την μνήμη σου, την ταινία του 1999, με πρωταγωνιστές τούς Brendan Fraser και Rachel Weiszναι!

Βέβαια αν μιλούσαμε για κάποια άλλη ταινία/περιπέτεια τα πράγματα, ίσως, να ήταν διαφορετικά. Αλλά εδω έχουμε την αρχή μιάς σειράς ταινιών που φιλοδοξεί να ξεκινήσει ενα εντελώς διαφορετικό σύμπαν, αυτό του Dark Universe, με το φίλμ όμως να μην είναι και τόσο… dark!

Με τις έμπειρες πένες των Jon Spaihts, Christopher McQuarrie και David Koepp, η ταινία ξεκινάει με τις καλύτερες προθέσεις. Και τονίζω προθέσεις, γιατί ενω η ταινία στο πρώτο της μέρος είναι αρκετά εντυπωσιακή και επιβλητική, με την ανακάλυψη του τάφου της πριγκίπισσας Άμανετ και την εντυπωσιακή πτώση του αεροσκάφους που την μεταφέρει, στο δεύτερο μέρος, όταν η δράση μεταφέρεται στο Λονδίνο – και για κάποιο ανεξήγητο λόγο – οι παραπάνω σεναριογράφοι αποφασίζουν (ξαφνικά) να δώσουν μια “ανάσα” κωμωδίας, κάτι όμως που αποδεικνύεται λάθος, με την ταινία να χάνει την δυναμική της, να μην έχει σταθερό ρυθμό και να ακροβατεί ανάμεσα στην ανούσια φλυαρία και την καρικατούρα, με φυσικό αποτέλεσμα την “καταστροφή” των χαρακτήρων.

Στο τρίτο μέρος, όπως είναι φυσικό, η ταινία γυρνάει ξανά τον διακόπτη και σε παρασύρει σε ενα “συμπυκνωμένο” roller-coaster δράσης με εντυπωσιακά εφέ τελευταίας τεχνολογίας και με το απαραίτητο “μίνι” cliffhanger, για την συνέχεια του franchise, με την παρτίδα όμως να έχει.. ψιλοχαθεί.

Η σκηνοθεσία του Alex Kurtzman, χωρίς κανένα εντυπωσιακό τρίκ (εκτός ίσως απο κάποια χαριτωμένα easter eggs), κάνει απλά την δουλειά της. Αν μάλιστα απέφευγε κάποια συγκεκριμένα λάθη στήν διαχείριση του υλικού της, κυρίως στην μέση της, τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε με διαφορετικά δεδομένα.

Ο είναι αρκετά καλός, σε ένα είδος που τον έχει καθιερώσει, μέν, αλλά λίγο έξω απο τα νερά του. Ο Russell Crowe, σε μια στιβαρή ερμηνεία ως Dr. Henry Jekyll, δίνει τις απαραίτητες πληροφορίες που χρειάζεται η ταινία. Έντονο το γυναικείο στοιχείο και σε αυτή την ταινία με την Annabelle Wallis (Pinky Blinders), να κλέβει την παράσταση, με την φρεσκάδα της αλλά να μην εκμεταλλεύεται επαρκώς.

Την δυναμική πριγκίπισσα Άχμανετ (που ακόμα και ο τα βρήκε σκούρα μαζί της) σε μια διεκπεραιωτική ερμηνεία και θαμμένη κάτω απο τόνους make-up, υποδύεται η Sophia Boutella, μια ηθοποιός που ενώ έχει πρωταγωνιστήσει τα προηγούμενα χρόνια σε μεγάλες παραγωγές – όπως τα Kingsman: The Secret Service και Star Trek Beyond, αλλά και φέτος που θα την δούμε στο πλευρό της Charlize Theron στο Atomic Blondeπολύς κόσμος δεν γνωρίζει το ονομά της.

Για να συνοψίσουμε, το Mummy είναι μια ταινία που χαζεύεται μεν σχετικά ανώδυνα στο μεγαλύτερο διάστημα της, έχει το μεγάλο της ατού που ακούει στο όνομα , αλλά κάποια λάθη που γίνονται στην διαχείριση του υλικού, στερούν πολλά θετικά από το όλο εγχείρημα, που δυστυχώς μετά από καιρό λίγοι θα θυμούνται, ενώ (ίσως στα χέρια κάποιου πιο έμπειρου σκηνοθέτη) είχε προοπτικές για μεγάλα πράγματα.

Προτείνεται!