SHARE

Ο Άυγουστος, μπαίνει δυναμικά με έξι(!) νέες ταινίες, με τις εταιρίες διανομής, να εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν τι θα πει καλοκαίρι και να τροφοδοτούν τους κινηματογράφους με ταινίες.

Αναμφίβολα, η καλύτερη ταινία της εξάδας, είναι το νεο-γουέστερν του Taylor Sheridan, ο οποίος κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο ακολουθώντας “Τα Ίχνη του Ανέμου“. Δεύτερη και οχι καταϊδρωμένη, βρίσκουμε την γαλλική ταινία μυστηρίου Iris. Απογοήτευση ο Μαύρος Πύργος, η νεα ταινία του Nikolaj Arcel βασισμένο στα βιβλία του Stephen King.

Ας δούμε όμως αναλυτικά τις νέες ταινίες, αυτής της εβδομάδας:

Στα Ίχνη του Ανέμου, (Wind River)

Υπόθεση: Μία κοπέλα βρίσκεται νεκρή σε μία απομονωμένη ινδιάνικη περιοχή της Αμερικής. Μία νεοσύλλεκτη πράκτορας του FBI θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με έναν ντόπιο κυνηγό άγριων ζώων με την ελπίδα να εξιχνιάσει την υπόθεση.
Ο κυνηγός έχει ισχυρούς δεσμούς με την τοπική κοινότητα,  καθώς και ένα παρελθόν που τον κατατρέχει και τον ωθεί να κάνει τα πάντα για ανακαλύψει τους ενόχους.

Άποψη: Διαβάστε αναλυτικά την κριτική της ταινίας εδω

Ίρις, (Iris)

Υπόθεση: Ο πλούσιος και ισχυρός τραπεζιτικός Αντουάν Ντοριό βρίσκεται σε γεύμα με την όμορφη σύζυγο του, την Ίρις, η οποία εξαφανίζεται μυστηριωδώς όταν αυτός πληρώνει τον λογαριασμό. Αυτό που θα λάβει είναι η απαίτηση για ακριβά λύτρα, και με τις υποδείξεις της ντετέκτιβ Ναταλί Βασέ, κινείται προς έναν σιδηροδρομικό σταθμό για να αφήσει τα χρήματα. Αλλά η Ίρις δεν είναι εκεί. Αυτός που γίνεται ο βασικός ύποπτος, είναι ένας μηχανικός με το όνομα Μαξ, αλλά τίποτα δεν τον συνδέει απτά με την υπόθεση, ενώ η αλήθεια βρίσκεται κάτω από τα μάτια τους.

Άποψη: Ο Jalil Lespert, γνωστός κυρίως για την καριέρα του ως ηθοποιός και τη βιογραφική ταινία Yves Saint Lauren, εδω στην τέταρτη σκηνοθετική του απόπειρα , όπου για πρώτη φορά κρατάει κι έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, διασκευάζει – πολύ χαλαρά – το ιαπωνικό φιλμ Chaos του Hideo Nakata με νουάρ ατμόσφαιρα, ενω προσθέτει πινελιές με έντονο σαδομαζοχιστικό ερωτισμό και συνεχείς ανατροπές, σε εναν μίνι φόρο τιμής στίς ταινίες των De Palma και Verhoeven. 

Με άξονες τη στιβαρή σκηνοθεσία του Lespert, τις ωραίες ερμηνείες/ φιγούρες (χαζεύεται άκοπα η όμορφη Charlotte Le Bon), και, κυρίως, την υπερκαλαίσθητη, ψυχρή φωτογραφία του Pierre-Yves Bastard με τα υποβλητικά ημίφωτα, παρακολουθούμε, ενα γαιτανάκι εξελίξεων, με την πρώτη ανατροπή να έρχεται στο πρώτο δεκάλεπτο και για την υπόλοιπη μιάμιση ώρα το σενάριο και το μοντάζ, να κρύβουν διαρκώς εκπλήξεις, απαιτώντας διαρκώς την προσοχή του θεατή.

Εκεί όμως βρίσκεται και η “παγίδα” της ταινίας. Γιατί στην πρόσπαθειά του ο Lespert, να κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο, οι αλλεπάλληλες ανατροπές και οι αχρείαστες υποπλοκές, αποδυναμώνουν, παρά εμπλουτίζουν την αφηγηματική δύναμη της ταινίας και ο σκηνοθέτης παρά την στιβαρότητα και καλλιτεχνική αρτιότητα του, χάνει την ευκαιρία να μας δώσει, μια νεα “Elle“, έστω και χωρίς την υποκριτική ευστροφία της μεγάλης Huppert.

2,5/5

Με σκοτώνεις Σουζάνα, (Me estas matando Susana / you’re killing me Susana)  

Υπόθεση: Ο Ελίχιο, ένας αξιαγάπητος και χαρισματικός ηθοποιός ξυπνάει ένα πρωί και ανακαλύπτει πως η σύζυγος του Σουζάνα τον παράτησε, χωρίς καμιά λέξη ή προειδοποίηση. Η βεβαιότητα του πως τα πράγματα μεταξύ τους ήταν τέλεια καταρρέει, όσο αρχίζει να μιλάει με οποιονδήποτε μπορεί να έχει πληροφορίες για το που μπορεί να βρίσκεται. Μερικούς μήνες μετά, ο Ελίχιο μαθαίνει ότι η Σουζάνα παρακολουθεί ένα εργαστήριο σεναρίου στην Αϊόβα. Αποφασίζει τότε να πουλήσει το αυτοκίνητο του, να αφήσει πίσω του το Μεξικό, και να πάει να την βρει.

Μόλις όμως φτάσει σε αυτή την Μεσοδυτική πανεπιστημιακή πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών συνειδητοποιεί πως είναι σαν ψάρι έξω από τα νερά του. Τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα μόλις ο κοντούλης και φλύαρος Ελίχιο ανακαλύψει πως η Σουζάνα έχει σχέση με έναν ποιητή, τον Σλάβομιρ. Μετά από ένα γερό, με κατηγορίες ένθεν και ένθεν καυγά, ο Ελίχιο με την Σουζάνα θα καταλήξουν στο κρεβάτι να κάνουν παθιασμένο έρωτα. Η συμφιλίωση τους είναι αστεία, χαρούμενη και ρομαντική. Έτσι, ο Ελίχιο αποφασίζει να μείνει μαζί της μέχρι να τελειώσει το εργαστήριο. Σιγά σιγά όμως επιστρέφει στις παλιές του συμπεριφορές, εκείνες που έκαναν την Σουζάνα να τον εγκαταλείψει. Και η Σουζάνα δε θέλει με τίποτα να επιστρέψει στην παλιά καθημερινότητα τους.

Άποψη: Ο Roberto Sneider με κινητήριο μοχλό την, πάντα καλή (ακόμα και σε αδύναμα σενάρια) περσόνα του Gael García Bernal και με μια δόση κυνισμού, φτιάχνει μια “χαριτωμένη” ταινία, η οποία αποτελεί το ταξίδι ενός Μεξικανού στην καρδιά των ΗΠΑ, σε μια αυστηρή κοινωνία και ένα ψυχρό χειμώνα, αλλά πάνω από όλα στην ίδια του την ψυχή, σε μια μάχη ανάμεσα στην μάτσο ιδιοσυγκρασία του και την αγάπη του για την Σουζάνα.

Σε ένα ταξίδι ανάπτυξης, αστείο, με πόνο, αλλά και με άπλετο ρομαντισμό, ο Sneider, ακολουθεί την πορεία του κεντρικού πρωταγωνιστή του, που ως  ρομαντικός ήρωας ακολουθεί την καρδιά του και τον έρωτα της ζωής του, ενώ ταυτόχρονα περιγράφει τις βαθιές πολιτιστικές διαφορές ανάμεσα στην κεντρική και τη λατινική Αμερική.

Η εντυπωσιακή Verónica Echegui, κλέβει την παράσταση, ως άλλη “μελαχρινή” famme fatale, παρά τις σεναριακές αδυναμίες, να προσδώσει στη Σούζαν της κι ένα δεύτερο επίπεδο, πέρα από αυτό της όμορφης και εκκεντρικής γυναίκας, ενω ο χαριτωμένος χαρακτήρας του Bernal, σε κερδίζει αμέσως με την εξωστρέφεια του, αλλά και τις γκάφες του που συνεχώς του δημιουργούν μπελάδες, να αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα του πολιτισμικού χάους που χωρίζει τις δυο πλευρές της ηπείρου.

2,5/5

Ο Μαύρος Πύργος, (The Dark Tower)

Υπόθεση: Ένα νεαρό αγόρι δραπετεύει από τον κόσμο μας για μια παράλληλη πραγματικότητα. Εκεί θα περιπλανηθεί μαζί με τον σκληροτράχηλο Πιστολέρο, αναζητώντας τον Άνθρωπο με τα Μαύρα, την απόλυτη απειλή και για τους δυο κόσμους.

Άποψη: Η ιστορία του The Dark Tower ξεκίνησε πριν από περίπου 40 χρόνια, το 1978, με μία νουβέλα που δημοσίευσε ο Stephen King με τίτλο The Gunslinger. Ήταν η πρώτη από πέντε νουβέλες τις οποίες είχε αρχίσει να γράφει ο συγγραφέας το 1970, εμπνευσμένος από το ποίημα Childe Roland to the Dark Tower Came του Robert Browning.

Το 1982, οι 5 νουβέλες ενώθηκαν σε ένα μυθιστόρημα. Ήταν το The Dark Tower: The Gunslinger και ήταν μόνο η αρχή της σειράς μυθιστορημάτων The Dark Tower η οποία σήμερα αριθμεί 8 βιβλία. Το τελευταίο βιβλίο της σειράς εκδόθηκε το 2012, ακριβώς 30 χρόνια μετά το πρώτο.

Η κινηματογραφική μεταφορά, λοιπόν, της bestseller σειράς μυθιστορημάτων The Dark Tower βρισκόταν στα σκαριά εδώ και πάνω από μία δεκαετία και οι πολυάριθμοι φαν του έργου (μαζί και εμείς), που ο ίδιος ο Stephen King και πολλοί κριτικοί έχουν ονομάσει ως το μεγαλύτερο της καριέρας του κορυφαίου συγγραφέα, το magnum opus του, περιμέναμε πώς και πώς.

Μόλις πέρυσι, μετά από πολλές αναβολές, αλλαγές σκηνοθετών και κάθε λογής εμπόδια που χρειάστηκε να ξεπεραστούν, το αριστούργημα του μεγάλου συγγραφέα Stephen King, το οποίο αποτελείται από συνολικά 4250 σελίδες, μεταφέρεται, επιτέλους,  στη μεγάλη οθόνη, με τους Idris Elba και Matthew McConaughey στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Διαβάζεις ολα αυτά… και το ερώτημα γεννιέται. Είναι δυνατόν μια τέτοια ταινία, να είναι τόσο κακή; Εγω δεν θα χρησιμοποιήσω αυτή την λέξη, γιατί απλά δεν μου αρέσει. Θα πω όμως δυο λέξεις που μου ήταν στο μυαλό μου σε ολη την διάρκεια της ταινίας:

Προχειρότητα και Απογοήτευση. Η κινηματογραφική μεταφορά των βιβλίων του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα που δικαίως θεωρείται μετρ του τρόμου και πάντα αποτελούσε πρόκληση για τους σκηνοθέτες, διαψεύδει τις προσδοκίες, επιβεβαιώνοντας τις κακές γλώσσες που καιρό τώρα μιλούσαν για μια “προβληματική παραγωγή”.

Η προχειρότητα, που στήθηκε το ολο project, αποτυπώνεται σε ολα τα καθαρά 90(!) λεπτά της ταινίας. Μηδέν ανάπτυξη χαρακτήρων και μια εικονοποίηση της ιστορίας (σ.σ. η ταινία βασίζεται στο σύνολο του έργου(!)), που δεν υποστηρίζεται ούτε καν αισθητικά, με αποτέλεσμα μια κοινότοπη ιστορία δράσης. Ο Arcel δείχνει να εκμεταλλεύεται μεν τη μεταφυσική διάσταση και τις μαγικές ιδιότητες των χαρακτήρων του βιβλίου, όμως δεν καταφέρνει να στήσει ένα ενδιαφέρον σύμπαν, αλλά ούτε και να αποκαλύψει τις βαθύτερες προεκτάσεις αυτού του μαγικού παραμυθιού, με αποτέλεσμα να… απογοητεύει!

Αν μπορούμε να κρατήσουμε κάτι απο την ταινία, είναι ο Idris Elba που ως Πιστολέρο, πείθει και κάνει φιλότιμες προσπάθειες, η οποίες πέφτουν στο κενό, ενω ο Matthew McConaughey εκτός απο μια-δυο καλές στιγμές, είναι εντυπωσιακά αδιάφορος και γυρνάει την ερμηνευτική του ικανότητα προ True Detective εποχή.

1,5/5

Σε απόσταση ασφαλείας, (Security)
Υπόθεση: Το μόνο που ήθελε ο Έντι Ντίκον (Antonio Banderas) ήταν μία ήσυχη, ανούσια δουλειά. Διάλεξε, όμως, το λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή. Ένας άοπλος φύλακας ασφαλείας ρισκάρει τα πάντα για να βοηθήσει ένα ανυπεράσπιστο μικρό κορίτσι από μία συμμορία, που την αναζητάει προκειμένου να μην καταθέσει ενάντια στο αφεντικό τους.
Άποψη: Ενα wanna-be “Die Hard”, με δυνατές σκηνές δράσης και ξύλου, ολα αυτά τυλιγμένα σε συσκευασία b-movie. Ατάκες και λαϊκίστικες αμπελοφιλοσοφίες περί ζωής και ηθικής, εν μέσω πυροβολισμών, σχεδιασμένα και κοπιαρισμένα απο τον σκηνοθέτη με τέτοια αφέλεια που κινείται στα όρια μιας σχολικής εργασίας.
Ο Banderas, με το σκούρο του t-shirt μάρκας “John McClane“, είναι βαρύς και ασήκωτος, ενω ο Sir Ben Kingsley, συνεχίζει να μαζεύει… ένσημα(!).
1/5

Το Στέμμα των Ινδιών, (Viceroy’s House)

Υπόθεση: 1947. Ο Λόρδος Mάουντμπατεν είναι ο τελευταίος Αντιβασιλέας της Ινδίας. Αποστολή του να παραδώσει τη  χώρα πίσω στον λαό της.
Τους έξι τελευταίους μήνες της αγγλικής κυριαρχίας, στην οικία του  συνυπάρχουν οι βρετανοί αποικιοκράτες με το υπηρετικό προσωπικό , που απαρτίζεται από  5.000 ινδουιστές, μουσουλμάνους και Σιχ.

Άποψη: Η σκηνοθέτης Gurinder Chadha («Κάν’ το όπως ο Μπέκαμ»), παρουσιάζει μια συναρπαστική  ιστορία που ξετυλίγει τα γεγονότα του τελευταίου εξαμήνου της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία, με επίκεντρο τον χαρισματικό και ευφυέστατο αντιβασιλέα της, Λόρδο Μάουντμπατεν , περιγράφοντας  τις ιστορικές ζυμώσεις που  οδήγησαν στη διχοτόμηση  της χώρας, ενώ παράλληλα μας φέρνει κοντά στις ανθρώπινες ιστορίες πίσω από τα μεγάλα γεγονότα.